|
Μιραντολίνα, ντιζ πουά! Πάντα έτσι κέρδιζα – όταν έχανα. Τι νομίζετε, πως τίποτε δεν έμαθα στη ζωή μου;
 Έχω ένα φίλο που θέλει να νικάει. Καθημασανατολίτης με δυτικά σουσούμια, δηλαδή. Όμως πολύ τον αγαπώ και δεν του χαλάω χατήρια. Τον αφήνω να νικάει. Δηλαδή, κερδίζω χάνοντας. Πολύ πεισμώνει μ αυτό, όταν δε γελάει τρυφερά μ αυτό. Ε, κι εγώ του δίνω χρόνο. Όσο περιμένω να παραδεχθεί την ήττα μου και να μετανοήσει για το σφάλμα της νίκης του, του μουρμουρίζω τραγουδάκια, ύμνους στην ομορφιά και τη μοναδικότητα του ετέρου κι ημετέρου.
Την προηγούμενη φορά που το έσκασε από την περιοχή ευθύνης της καρδιάς μου, του είχα μεταφράσει κάποια σίτζο(sijo). Σίτζο σημαίνει “εποχή” μα και “τραγούδι”, στην κορεατική. Θα τα αδικούσα αν τα έλεγα κορεάτικα χαϊκού, αλλά νομίζω πιο εύκολα αντιλαμβάνεστε έτσι περί τίνος πρόκειται.
 Τα σίτζο είναι τρίστιχα. Σε κάθε στίχο υπάρχει μια “ανάσα” που τον κόβει στα δυό. Βλέπετε, τα σίτζο δεν γράφτηκαν πρώτα- τραγουδήθηκαν. Οι στίχοι τους είναι κάτι μακρυνάρια να, με το συμπάθειο. Γι αυτό κι όλοι οι μεταφραστές τους τα τσακίζουν (τι φρίκη, ε;) ακριβώς στην ανάσα που λέγαμε. Έτσι, στις δυτικές συλλογές εμφανίζονται ως εξάστιχα ή, όταν ο κορεάτης καλλιτέχνης το έχει παρακάνει, ως οκτάστιχα.
Αυτό που συμβαίνει όταν πας να μεταφράσεις κορεάτικη ποίηση, χαρακτηρίζεται ειδεχθές ως έγκλημα. Οι μεταφραστές τους στην αγγλική, δηλώνουν πως κακοποιούν τη γλώσσα μεταφράζοντας. Κοινώς, η δική μου (δεύτερη) μετάφραση είναι ασέλγεια επί πτώματος (τόσον γοητευτικού ωστόσο!). Βλέπετε, η κορεατική είναι μία από τις πιο ποιητικές γλώσσες του κόσμου, μια γλώσσα που δε βιάζεται να περιγράψει την ομορφιά. Αυτό που εμείς λέμε (και μεταφράζουμε) “Άνοιξη” είναι ο “Ανατολικός Άνεμος του Τρίτου Φεγγαριού”. (Άμα σου λέω οι ανατολίτες παραμυθάδες είναι που ξέρουν να σ αγκαλιάζουν στο σκοτάδι και να σε νανουρίζουν διώχνοντας όλους τους φόβους μακρυά…).
Με συγκινούν. Τόσο που ψάχνω να μάθω κορεάτικα.
Την προηγούμενη φορά μετάφρασα επτά σίτζο. Τώρα, επειδή μου υπέδειξε ότι πρέπει να ξαναχάσω, μετάφρασα άλλα τρία. Η μικρή ταύτη συλλογή μεταφρασμένων σίτζο, λοιπόν, ονομάζεται Συλλογή Χ (και χρόνια του πολλά και χρόνια πολλά σε όλους!).
Ι* Μαργαριτάρια ας ήταν τα δάκρυά μου να τα κρατούσα, να τα στοίβαζα ένα ένα
Όταν ξανάρθεις, όταν περάσει ο καιρός σε μαργαριταρένιο κάστρο να χεις θρόνο
μα τούτα ειν’ σκέτα δάκρυα, που ούτε ίχνος δεν αφήνουν δάκρυα αυτού που μένει ολομόναχος
ΙΙ Μην την απλώσεις τη μικρή σου ψάθα θέλω να κάτσω στα πεσμένα φύλλα μην τον ανάψεις το δαυλό με το ρετσίνι γύρισε το φεγγάρι που χτες είχε πνιγεί
μη συζητάς αν το κρασί μας ξύνισε κι αν το λερώσαν οι βελόνες που στάζουν απ τα πεύκα βάλε να πιούμε – φτάνουν αυτά και περισσεύουν
ΙΙΙ (του Κιμ Τονγκνυόνγκ – ηγέτη της αντίστασης στην Ιαπωνική κατοχή, το 16ο αι. Πέθανε στη φυλακή. Το σίτζο τούτο το έγραψε εκεί, σε ηλικία 28 ετών)
Το ανοιξιάτικο βουνό πήρε φωτιά μπουμπούκια καίγονται κλειστά
Με το νερό θα σβήνανε οι φλόγες του βουνού
Την άκαπνη φωτιά εντός μου μόνο καν χείμαρρος δεν υπάρχει να τη σβήσει
 ΙV πήγαν τ αγόρια να μαζέψουν φτέρες ειν’ άδειο πια το σύδεντρο με τα μπαμπού
ποιός θα μας βάλει στη σειρά έτσι που σκορπιστήκαμε πιόνια και σκακιέρα?
Καλύτερη λοιπόν η μέθη στη ρίζα του πευκόδεντρου παρά μια ακόμη αυγή που δε θα ξημερώσει αληθινά ποτέ
V (Τσονγκ Μονγκου, <1337)
Ακόμη κι αν τούτο το σώμα πρέπει να πεθάνει ακόμη κι αν χρειαστεί να το θρηνήσουν εκατό φορές
τα ολόλευκά μου κόκαλα να γίνουν τόσες σκόνη η ψυχή μου ακόμη τόσες να υπάρξει ή να χαθεί
μη θα μπορούσε τούτη τη μια, η αδιαίρετη καρδιά ν αλλάξει που φλέγεται από την πίστη της σε σένα, Κύριέ μου?
VI (Γιου Χουιτσούν, >1530)
Ένα κλωνάκι μαϊντανό έκοψα κι έπλυνα μονάχη
Δεν ήτανε για όποιον να ΄ναι ήταν για σένα
η γεύση του ειν’ απαλή γεύσου, ξανά δοκίμασε, και δες
VII (Χουανγκ Τσίνι, αρχές 16ου αι. – θρυλικής ομορφιάς κορίτσι)
Εκείνο που ποθώ ειν’ οι γαλάζιοι λόφοι τα πράσινα ρυάκια η αγάπη μου αγαπά
οι λόφοι οι ακίνητοι μπορούν να αλλάξουν κοίτη στα ρυάκια που αδιάκοπα κυλούν;
κι όταν μονάχους τους αφήνουν, θρηνητικά, μπορούνε άραγε τα ρυάκια να ξεχάσουν;
VIII (Χο Σοκκυούν, 19ος αι.)
Είναι τώρα καιρός απ όταν έφυγες – Μπας και μπόρεσα να σε ξεχάσω μια στιγμή;
Στην απαλή βροχή που αφήνεται στο ανοιξιάτικο ρυάκι Οι πάπιες απολαμβάνουν τη ζωή
Τη νύχτα κρύα δάκρυα βαφτίζουν το άδειο μου προσκεφάλι – μα εσύ που να το μάθεις, αγαπημένε μου;
IX Κιμ Σανυόνγκ (1561-1637)
«Αγάπη». Ψεύτρα λέξη. Πως μ αγαπάς. Κι αυτό ένα ψέμμα.
«Ο αγαπημένος πάντα έρχεται στο όνειρό σου» αυτό κι αν είν’ ψευτιά!
Πως θα μπορέσω εγώ, που αγρυπνώ, Να ελπίσω να σε δω στα όνειρά μου;
X (Χουάνγκ Τσινί, η κουκλάρα που λέγαμε)
Θα σπάσω δυό κομμάτια τη ραχοκοκαλιά της ατελείωτης νύχτας του χειμώνα
Θα τα τυλίξω, θα τα κρύψω Κάτω από την λεπτή κουβέρτα μου
Και τη νύχτα που πάλι η αγάπη μου θα έρθει να με βρει Θα τα ξεθάψω να τα ενώσω, ο χρόνος να μακρύνει.
*Όπου δε γράφεται ποιητής, είναι Ανωνύμου του Κορεάτου.
Τα μεταφρασμένα σίτζο έχουν επιλεγεί από την συλλογή The Bamboo Grove, σε μετάφραση Richard Rutt και εισαγωγή του David R. McCann. Εκδόσεις Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, 1998. Όταν τα διάβασα κατάλαβα γιατί η Ορθοδοξία πάει τοσο καλά στην Κορέα (το υποψιαζόμουν από τότε που είδα τι γίνεται εκεί στις πορείες, αλλά το σιγούρεψα με την ποίηση, δηλαδή).
|