Ιστολόγιο | Επιλογές | Αρχείο | Κείμενα | Φαρμακεία | Ταυτότητα

Αρχείο από December, 2005:


Εντελβάις ή Αντί προλόγου
29/12/2005

“Συναντιόμασταν συχνά με τον Πωλ Κλέε. Συνήθως συναντιόμασταν στο μεσημεριανό ή μετά το γεύμα στο καφενεδάκι της Theatiner Strasse (του Μονάχου). Ο Καντίνσκυ, όταν βρίσκονταν στην πόλη, εμφανιζόταν καθημερινά στην ώρα του και μονοπωλούσε το κοινό σαν βασιληάς χωρίς στέμμα.Ο Κλέε, αν και όποτε εμφανιζόταν, περνούσε απαρατήρητος. Ξαφνικά ήταν εκεί, έπαιρνε μια καρέκλα και χωνόταν σε μιαν άκρη καβαλώντας την ανάποδα, πετώντας το βαρύ ελβετικό του «Was machst Du?». Φαινόταν να με συμπαθεί γι αυτό συχνά ερχόταν να καθήσει δίπλα «σε αυτόν το νεαρούλη».

Δεν μπορούσες ποτέ να έχεις μια κανονική συζήτηση με τον Κλέε. Μία στο τόσο θα έκανε μιαν ερώτηση, αλλά στις απαντήσεις του ήταν πάντα μονολεκτικός. Όταν η συζήτηση άναβε, θα πετούσε ξαφνικά και όχι πολύ συχνά κάποιο δυνατό, κοφτό, προσβλητικό και ειρωνικό σχόλιο. Η βαριά ελβετική του διάλεκτος εισέβαλε ξαφνικά στο χώρο και προκαλούσε ξεσπάσματα γέλιου στην ομήγυρη. Συνήθως μόλις καθόταν έβγαζε από την τσέπη του κάποια μολύβια, όχι μεγαλύτερα από μια ίντσα, κι έψαχνε κάπου να ζωγραφίσει –το μενού, τα περιθώρια της εφημερίδας, ή συχνότερα το σημειωματάριό μου, που το έπαιρνε χωρίς να ρωτήσει. Ζωγράφιζε ακατάπαυστα ότι κι αν συνέβαινε γύρω του. Τα δάχτυλά του έπρεπε να είναι απασχολημένα. Ποτέ δεν μάζευε τις ζωγραφιές του. Έχω κρατήσει τα σημειωματάριά μου με ντουζίνες σχέδιά του.

Το έτος 1912 ήταν μοιραίο για την ομάδα του Γαλάζιου Καβαλάρη. Ο Καντίνσκυ επιτέλους εγκατέλειψε οριστικά τη σχηματοποίηση και έγινε απολύτως αφηρημένος. Ο Κλέε, ο οποίος ως τότε δούλευε μόνο γραφικά, ξαφνικά ανακάλυψε το χρώμα.

Θυμάμαι ένα διασκεδαστικό επεισόδιο. Σπάνια έτρωγα το μεσημέρι στο καφενείο. Μια μέρα όμως αποφάσισα να παραγγείλω ένα κλασσικό γερμανικό πιάτο, Ei mit Spinat, τηγανητό αυγό με σπανάκι. Πριν μου σερβίρουν το φαγητό μου, χρειάστηκε να αφήσω τη θέση μου διότι με κάλεσαν έξω. Όταν επέστρεψα, βρήκα τον Κλέε να έχει καθήσει με το πιάτο μου μπροστά του και με τη μύτη του μολυβιού του να σχεδιάζει χρησιμοποιώντας κατά βούληση το λευκό, το κίτρινο και το πράσσινο του φαγητού. Μια γελαστή παρέα τον είχε περικυκλώσει. Φυσικά, έχασα την όρεξή μου όταν το φαγητό μου μου παρουσιάστηκε αλά Κλέε. Όμως, αποφάσισα να πάρω αυτό το καλλιτεχνικό πρωτόλειο στο σπίτι. Αλλά, δεν κατάφερα να το συντηρήσω.

Ο Κλέε δεν είπε τίποτε. Όλα αυτά ήταν απολύτως φυσικά για κείνον.”

Ernest Harms, άρθρο στο Art Journal, Χειμώνας 1972-1973

Του μπη κοντίνιουντ με το νέον έτος.Καλή χρονιά, όμορφα παιδιά – η περιπέτεια αρχίζει!

το πρώτον έργο είναι Βασίλης Κανδίσκυς και το δεύτερον Πωλ Κλέε. Στον Κλέε ευκόλως ανακαλύπτεται ένα αυγό μάτι. Δικός μου ο Πωλ. Μ αρες που ο Γαλάζιος Καβαλάρης λινκ ξεχωρίζει ως γαλάζιος.


Το γράμμα του στον Άγιο
27/12/2005

“Αγαπημένε μου Αϊ-Βασίλη,

Θα ήθελα πολύ μερικά βιβλία με αρκετές γνώσεις και σελίδες που να μιλάνε και να αναλύουν για τα ζώα,
τα φυτά,
τα πετρώματα,
τους πολύτιμους λίθους,
για τους βίους των αγίων,
τη ζωή του Χριστού,
για τα θαύματα του Χριστού,
για τα εφτά θαύματα του κόσμου,
για την ιστορία των αρχαίων,
για τους θεούς και τις θεές των άλλων λαών,
για τα θαύματα των θεών των άλλων λαών.

Θα ήθελα κιόλας ένα βιβλίο με ωραία ανέκδοτα και μία ωραία κασετίνα έτοιμη με ξυσμένα τα μολύβια της και όλα της τα χρώματα.
Θα ήθελα επίσης να είμαστε όλοι καλά και υγιείς.
Με πολύ αγάπη,
..”

Δεν είχα σκοπό να ποστάρω πριν γυρίσουν οι αδειούχοι και ηρεμήσουμε στη δουλειά και πριν χορτάσω οικογένεια και φίλους (πάει να πει με το νέον έτος) αλλά έβαλα τέτοια γέλια (όχι μπροστά του!!) που έπρεπε να το μοιραστώ. Εμείς τους Αγίους μας, φίλε μου, τους έχουμε πολύ χουβαρντάδες!

Καλή χρονιά, Χρόνια Πολλά και να χαίρεστε που σας αγαπούν!

Η αγιογραφία είναι από δω


HAPPY NEW KARATRANSAVANGUARDIA YEAR
24/12/2005

Καλή χρονιά, Χρόνια Πολλά!

<br>

Το επίτιμον καρατρανσαβανγουαρδιομέλος,
Μιραντολίνα

υγ Σε λίγες μέρες και πάλι κοντά σας!


Guy Gavriel Kay: «Κάθε βιβλίο ταξιδεύει μόνο»
22/12/2005

Συνέντευξη του γνωστού συγγραφέα φάντασυ στη Μιραντολίνα. Δόθηκε μέσω ημέηλ στις 19 Δεκεμβρίου 2005.

Ο αγαπημένος μου σύγχρονος συγγραφέας Φάντασυ, ο Guy Gavriel Kay, θεωρείται από την κριτική ως ένας από τους κορυφαίους της εποχής μας. Γεννημένος στον Καναδά το 1954, έγραψε τα δύο πρώτα του βιβλία (το ένα δε δημοσιεύτηκε ποτέ) στην Κρήτη των 70ς. Νωρίς αγάπησε την Ελλάδα – όχι μόνο την αρχαία, αλλά και τη σύγχρονη- και τους Έλληνες. Αα, πριν απ όλα αυτά είχε βοηθήσει τον Τόλκιεν τζούνιορ να ολοκληρώσει το Σιλμαρίλλιον.

Είχα το μέηλ του από την εποχή που έκανε έρευνα για το Σαραντινό Ψηφιδωτό κι ερευνούσε την περίοδο του Ιουστινιανού. Το είχα «ψαρέψει» σε κάποιες επιστημονικές λίστες όπου έκανε έρευνα. Στο δίτομο έργο που προέκυψε κι αναφέρεται στην πρωτοβυζαντινή περίοδο, πρωταγωνιστεί και ένας ξακουστός δημιουργός ψηφιδωτών – μου τον θύμισε η MaHS. Το πιο συγκινητικό όμως είναι πως, ρόλο αόρατης ραχοκοκαλιάς κρατά συχνά ο Καβάφης, στίχοι του οποίου διανθίζουν το κείμενο, χωρίς παραπομπές, λειτουργώντας ως μια μικρή συνομωσία μεταξύ του συγγραφέα και των μυημένων (ή των Ελλήνων). Ο Καβάφης είναι ο αγαπημένος ποιητής του Γκάυ – έχει πει ότι στενοχωριέται που δεν μπορεί να τον χαρεί στο πρωτότυπο.

Σκέφτηκα λοιπόν πως, μετά τη Ζουραροσυνέντευξη, θα μπορούσα να πάρω δυό κουβέντες από τον Γκάυ, έστω κι αν ήξερα ότι δουλεύει πυρετωδώς για να ολοκληρώσει (αρχές του χρόνου) το νέο του βιβλίο. Είναι ιδιαίτερα ευγενής και λεπτός άνθρωπος. Όντως, δέχθηκε να απαντήσει μερικές ερωτήσεις σε κάποιο διάλειμμα της δουλειάς του. Οι ερωτήσεις, δηλαδή, δεν ήταν ακολουθία η μία της άλλης αλλά στάλθηκαν όλες μαζί με μέηλ.

– Γιατί φάντασυ κι όχι κάποιο άλλο, συγγενικό, είδος λογοτεχνίας, πιο ευπώλητο, όπως η ιστορική νουβέλα ή τα ιστορικά μυστήρια;

–Πάντα επιθυμούσα να χρησιμοποιώ την φάντασυ σαν ένα μέσο για την εξερεύνηση της ιστορίας. Νομίζω πως έτσι επιτρέπεται στα θέματα του βιβλίου να παραμένουν παγκόσμια, να μην περιορίζονται σε συγκεκριμένο χρόνο και χώρο.

–Έχετε κάποιον συγκεκριμένο τρόπο δουλειάς, ίδιο σε όλα σας τα βιβλία; Έχετε συγκεκριμένο ημερήσιο πρόγραμμα όταν δουλεύετε;

– Κάθε βιβλίο έχει διαφορετική ρίζα, άλλη προέλευση, αλλά από τη στιγμή που θα αρχίσω να δουλεύω προσπαθώ να κρατάω μια σταθερή ρουτίνα. Λέω πάντα πως η συγγραφή ενός μυθιστορήματος δεν είναι αγώνας ταχύτητας αλλά μαραθώνιος.

– Προτιμάτε κάποιο τύπο υπολογιστή για τη δουλειά σας; Συγκεκριμένα προγράμματα; Είστε φανατικός των υπολογιστών;

– Δεν νομίζω ότι έχει καμμιά σημασία από συγγραφικής πλευράς, αλλά πάντα χρησιμοποιούσα Μάκιντος. Όντως απολαμβάνω τους υπολογιστές, κι όχι μόνο ως εργαλείο δουλειάς. Το διαδίκτυο είναι ένα επικίνδυνα γοητευτικό γήπεδο!

– «Κλέβετε» από τις καθημερινές σας επαφές κι επιρροές ή δημιουργείτε υπόβαθρο χρησιμοποιώντας τες; Ας πούμε, ο Μαρκές έλεγε ότι άνοιγε το πρωί ένα λεξικό ώστε να «χωνέψει» καμμιά 30αριά λέξεις μαζί με το πρωινό του.

–Όχι, δε δουλεύω με αυτό τον τρόπο. Αυτό όμως που κάνω είναι πως, κατά τη διάρκεια της συγγραφής γίνομαι πιο παρατηρητικός, προσέχω περισσότερα πράγματα στους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω μου. Έτσι λοιπόν κάποιες χειρονομίες, ένας συγκεκριμένος τρόπος ομιλίας, ο τρόπος που κάποιος χτενίζει τα μαλλιά του μπορεί πολύ εύκολα να βρουν το δρόμο για το βιβλίο μου!

– Πόσο δύσκολη είναι η επιστημονική έρευνα; Ποιο από τα βιβλία σας ήταν το πιο δύσκολο από ερευνητικής πλευράς;

– Η ερευνητική δουλειά είναι πραγματικά η πιο απολαυστική περίοδος της όλης διαδικασίας! Είναι η περίοδος κατά την οποία μαθαίνω καινούρια πράγματα, κάτι που λατρεύω – και παράλληλα τίποτε δε με υποχρεώνει (ακόμη) να χρησιμοποιήσω όσα μαθαίνω.

– Πως κρατάτε σημειώσεις;

– Έχω ένα σημειωματάριο έρευνας πάντα μαζί μου και εκεί γράφω εν συντομία πράγματα από τα διαβάσματά μου ή άλλα που συναντώ στα ταξίδια μου.

– Μου φαίνεται ότι σταδιακά, με κάθε καινούριο σας βιβλίο, το σύμπαν σας, ο κόσμος σας, οι λαοί σας, η εποχή, γίνονται πιο ξεκάθαρα. Φαίνεται να είστε ένας συγγραφέας που δεν ξεχνά τα παιδιά του.

–Λοιπόν, κάθε βιβλίο ταξιδεύει μόνο του πια… αλλά μ αρέσει να επαναφέρω σε τελική μορφή θέματα τα οποία έχω εξερευνήσει στο παρελθόν. Στο «Ψηφιδωτό», για παράδειγμα, υπάρχει η ιδέα ότι, για μια αγροτική οικογένεια, τα «μεγάλα» γεγονότα μπορεί να είναι λιγότερο σημαντικά από ότι ο θάνατος ενός εργάτη λίγο πριν τη συγκομιδή. Η ίδια μετατρέπεται σε κυρίαρχο μοτίβο στους «Πολεμιστές του Λυκόφωτος». Κατ αυτή την έννοια, τα βιβλία μπορεί να βρίσκονται σε ένα είδος διαλόγου μεταξύ τους. Ωστόσο, δε θα ήθελα ποτέ να θεωρήσουν οι αναγνώστες ότι οφείλουν να διαβάσουν πρώτα ένα για να απολαύσουν ύστερα κάποιο άλλο.

Στην Ελλάδα, τα βιβλία του G. G. Kay κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Anubis.

Αγαπημένο, απ όλα τα βιβλία του, είναι Οι Λέοντες του Αλ Ρασάν ( ποτέ δε θα μπορούσα να αντισταθώ σε έναν ποιητή, διπλωμάτη, πολεμιστή και δολοφόνο…), οι οποίοι συγκίνησαν και το Χόλυγουντ. Δεύτερο, το Σαραντινό Ψηφιδωτό. Όμως, οι σκληροπυρηνικοί της Φάντασυ αγαπούν πολύ περισσότερο το Υφαντό της Φιόναβαρ. Βιογραφικά του συγγραφέα μπορεί τα βρείτε εδώ στα ελληνικά. Το επίσημο σάιτ του είναι εδώ.


Personal History Χ
21/12/2005

Μιραντολίνα, ντιζ πουά! Πάντα έτσι κέρδιζα – όταν έχανα. Τι νομίζετε, πως τίποτε δεν έμαθα στη ζωή μου;

Έχω ένα φίλο που θέλει να νικάει. Καθημασανατολίτης με δυτικά σουσούμια, δηλαδή. Όμως πολύ τον αγαπώ και δεν του χαλάω χατήρια. Τον αφήνω να νικάει. Δηλαδή, κερδίζω χάνοντας. Πολύ πεισμώνει μ αυτό, όταν δε γελάει τρυφερά μ αυτό. Ε, κι εγώ του δίνω χρόνο. Όσο περιμένω να παραδεχθεί την ήττα μου και να μετανοήσει για το σφάλμα της νίκης του, του μουρμουρίζω τραγουδάκια, ύμνους στην ομορφιά και τη μοναδικότητα του ετέρου κι ημετέρου.

Την προηγούμενη φορά που το έσκασε από την περιοχή ευθύνης της καρδιάς μου, του είχα μεταφράσει κάποια σίτζο(sijo). Σίτζο σημαίνει “εποχή” μα και “τραγούδι”, στην κορεατική. Θα τα αδικούσα αν τα έλεγα κορεάτικα χαϊκού, αλλά νομίζω πιο εύκολα αντιλαμβάνεστε έτσι περί τίνος πρόκειται.

Τα σίτζο είναι τρίστιχα. Σε κάθε στίχο υπάρχει μια “ανάσα” που τον κόβει στα δυό. Βλέπετε, τα σίτζο δεν γράφτηκαν πρώτα- τραγουδήθηκαν. Οι στίχοι τους είναι κάτι μακρυνάρια να, με το συμπάθειο. Γι αυτό κι όλοι οι μεταφραστές τους τα τσακίζουν (τι φρίκη, ε;) ακριβώς στην ανάσα που λέγαμε. Έτσι, στις δυτικές συλλογές εμφανίζονται ως εξάστιχα ή, όταν ο κορεάτης καλλιτέχνης το έχει παρακάνει, ως οκτάστιχα.

Αυτό που συμβαίνει όταν πας να μεταφράσεις κορεάτικη ποίηση, χαρακτηρίζεται ειδεχθές ως έγκλημα. Οι μεταφραστές τους στην αγγλική, δηλώνουν πως κακοποιούν τη γλώσσα μεταφράζοντας. Κοινώς, η δική μου (δεύτερη) μετάφραση είναι ασέλγεια επί πτώματος (τόσον γοητευτικού ωστόσο!). Βλέπετε, η κορεατική είναι μία από τις πιο ποιητικές γλώσσες του κόσμου, μια γλώσσα που δε βιάζεται να περιγράψει την ομορφιά. Αυτό που εμείς λέμε (και μεταφράζουμε) “Άνοιξη” είναι ο “Ανατολικός Άνεμος του Τρίτου Φεγγαριού”. (Άμα σου λέω οι ανατολίτες παραμυθάδες είναι που ξέρουν να σ αγκαλιάζουν στο σκοτάδι και να σε νανουρίζουν διώχνοντας όλους τους φόβους μακρυά…).

Με συγκινούν. Τόσο που ψάχνω να μάθω κορεάτικα.

Την προηγούμενη φορά μετάφρασα επτά σίτζο. Τώρα, επειδή μου υπέδειξε ότι πρέπει να ξαναχάσω, μετάφρασα άλλα τρία. Η μικρή ταύτη συλλογή μεταφρασμένων σίτζο, λοιπόν, ονομάζεται Συλλογή Χ (και χρόνια του πολλά και χρόνια πολλά σε όλους!).

Ι*
Μαργαριτάρια ας ήταν τα δάκρυά μου
να τα κρατούσα, να τα στοίβαζα ένα ένα

Όταν ξανάρθεις, όταν περάσει ο καιρός
σε μαργαριταρένιο κάστρο να χεις θρόνο

μα τούτα ειν’ σκέτα δάκρυα, που ούτε ίχνος δεν αφήνουν
δάκρυα αυτού που μένει ολομόναχος

ΙΙ
Μην την απλώσεις τη μικρή σου ψάθα
θέλω να κάτσω στα πεσμένα φύλλα
μην τον ανάψεις το δαυλό με το ρετσίνι
γύρισε το φεγγάρι που χτες είχε πνιγεί

μη συζητάς αν το κρασί μας ξύνισε
κι αν το λερώσαν οι βελόνες
που στάζουν απ τα πεύκα
βάλε να πιούμε – φτάνουν αυτά και περισσεύουν

ΙΙΙ
(του Κιμ Τονγκνυόνγκ – ηγέτη της αντίστασης στην Ιαπωνική κατοχή, το 16ο αι. Πέθανε στη φυλακή. Το σίτζο τούτο το έγραψε εκεί, σε ηλικία 28 ετών)

Το ανοιξιάτικο βουνό πήρε φωτιά
μπουμπούκια καίγονται κλειστά

Με το νερό θα σβήνανε
οι φλόγες του βουνού

Την άκαπνη φωτιά εντός μου μόνο
καν χείμαρρος δεν υπάρχει να τη σβήσει

ΙV
πήγαν τ αγόρια να μαζέψουν φτέρες
ειν’ άδειο πια το σύδεντρο με τα μπαμπού

ποιός θα μας βάλει στη σειρά
έτσι που σκορπιστήκαμε πιόνια και σκακιέρα?

Καλύτερη λοιπόν η μέθη στη ρίζα του πευκόδεντρου
παρά μια ακόμη αυγή που δε θα ξημερώσει αληθινά ποτέ

V
(Τσονγκ Μονγκου, <1337)

Ακόμη κι αν τούτο το σώμα πρέπει να πεθάνει
ακόμη κι αν χρειαστεί να το θρηνήσουν εκατό φορές

τα ολόλευκά μου κόκαλα να γίνουν τόσες σκόνη
η ψυχή μου ακόμη τόσες να υπάρξει ή να χαθεί

μη θα μπορούσε τούτη τη μια, η αδιαίρετη καρδιά
ν αλλάξει που φλέγεται από την πίστη της σε σένα, Κύριέ μου?

VI
(Γιου Χουιτσούν, >1530)

Ένα κλωνάκι μαϊντανό
έκοψα κι έπλυνα μονάχη

Δεν ήτανε για όποιον να ΄ναι
ήταν για σένα

η γεύση του ειν’ απαλή
γεύσου, ξανά δοκίμασε, και δες

VII
(Χουανγκ Τσίνι, αρχές 16ου αι. – θρυλικής ομορφιάς κορίτσι)

Εκείνο που ποθώ ειν’ οι γαλάζιοι λόφοι
τα πράσινα ρυάκια η αγάπη μου αγαπά

οι λόφοι οι ακίνητοι μπορούν να αλλάξουν κοίτη
στα ρυάκια που αδιάκοπα κυλούν;

κι όταν μονάχους τους αφήνουν, θρηνητικά,
μπορούνε άραγε τα ρυάκια να ξεχάσουν;

VIII
(Χο Σοκκυούν, 19ος αι.)

Είναι τώρα καιρός απ όταν έφυγες –
Μπας και μπόρεσα να σε ξεχάσω μια στιγμή;

Στην απαλή βροχή που αφήνεται στο ανοιξιάτικο ρυάκι
Οι πάπιες απολαμβάνουν τη ζωή

Τη νύχτα κρύα δάκρυα βαφτίζουν το άδειο μου προσκεφάλι
– μα εσύ που να το μάθεις, αγαπημένε μου;

IX
Κιμ Σανυόνγκ (1561-1637)

«Αγάπη». Ψεύτρα λέξη.
Πως μ αγαπάς. Κι αυτό ένα ψέμμα.

«Ο αγαπημένος πάντα έρχεται στο όνειρό σου»
αυτό κι αν είν’ ψευτιά!

Πως θα μπορέσω εγώ, που αγρυπνώ,
Να ελπίσω να σε δω στα όνειρά μου;

X
(Χουάνγκ Τσινί, η κουκλάρα που λέγαμε)

Θα σπάσω δυό κομμάτια τη ραχοκοκαλιά
της ατελείωτης νύχτας του χειμώνα

Θα τα τυλίξω, θα τα κρύψω
Κάτω από την λεπτή κουβέρτα μου

Και τη νύχτα που πάλι η αγάπη μου θα έρθει να με βρει
Θα τα ξεθάψω να τα ενώσω, ο χρόνος να μακρύνει.

*Όπου δε γράφεται ποιητής, είναι Ανωνύμου του Κορεάτου.

Τα μεταφρασμένα σίτζο έχουν επιλεγεί από την συλλογή The Bamboo Grove, σε μετάφραση Richard Rutt και εισαγωγή του David R. McCann. Εκδόσεις Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, 1998. Όταν τα διάβασα κατάλαβα γιατί η Ορθοδοξία πάει τοσο καλά στην Κορέα (το υποψιαζόμουν από τότε που είδα τι γίνεται εκεί στις πορείες, αλλά το σιγούρεψα με την ποίηση, δηλαδή).