|
To my reason for singing the blues
και
στον σουινγκ για την ιστορία ερήμην
I can’t eat, I can’t talk,
Been drinking mean Jake, Lord
Now, I can’t walk
«Όταν τον ρώτησα για το πόδι του, μου είπε αυτή την απίθανη ιστορία για κάποιο πατενταρισμένο φάρμακο που του ’χαν ρίξει δηλητήριο και…»
«Το τζέηκ», είπε ο Σμίττυ.
«Ναι, αληθεύει;»
«Και πολύ μάλιστα», απάντησε. «Μόνο στο Μισσισσιππή πρέπει να άφησε πάνω από χίλιους ανθρώπους ανάπηρους. Δεν το χα συνδυάσει πριν, αλλά όντως ο Σακάτης Ουίλλυ θα ’ταν δε θα ’ταν είκοσι όταν έγιναν όλα αυτά».
Ο Σμίττυ είπε περίπου την ίδια ιστορία για το Τζαμαϊκάνικο Εκχύλισμα Πιπερόριζας, αλλά προσέθεσε αρκετές λεπτομέρειες. «Ήτανε δυό τύποι στη Βοστόνη που έφτιαχναν αυτό το πράμμα από τη δεκαετία του ’20» είπε. Ήταν κυρίως αλκοόλ, όπως τα περισσότερα ’φάρμακα’ τότε, κι έτσι το Γραφείο Ποταπαγόρευσης πέρασε ένα νόμο που υποχρέωνε να περιέχουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό στερεών». […]
«Λοιπόν, μερικά απ αυτά που πρόσθεσαν μέσα, θα μπορούσαν να σε σκοτώσουν πριν φτάσεις στο δεύτερο μπουκάλι. Τέλος πάντων, αυτοί οι τύποι στη Βοστόνη κατέληξαν σε ένα πλαστικοποιητή, με ένα χημικό που ονομαζόταν τριορθοκατιτιςκιάλλοφωσφορικόάλας. Υποτίθεται ότι δεν ήταν τοξικό, εντάξει; Έτσι λοιπόν αυτοί οι τύποι το βάζουν σε 500.000 μπουκάλια του εκχυλίσματος πιπερόριζας και το στέλνουν σε ολόκληρη τη χώρα.
Μες σε λίγες μέρες κάπου ανάμεσα σε πενήντα κι εκατό χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως φτωχοί αλκοολικοί, εμφανίζονταν στα νοσοκομεία και στους δρόμους, κάποιοι από αυτούς κυριολεκτικά σερνάμενοι στην κοιλιά τους. Κάποιοι, όπως ο Ουίλλυ, κρατήθηκαν με ένα πόδι γερό, αλλά πολλοί μείναν για πάντα παράλυτοι. Έχουν γραφτεί καμμιά εικοσαριά τραγούδια γι αυτό. […] Α, το πράμμα αυτό παρέλυε και το μεσαίο πόδι κι έτσι πολλά απ τα τραγούδια έχουν κι ένα στίχο που μιλάει για κάποιο εύκαμπτο, χαλαρό πόδι που δεν μπορεί πια να βρει θέση στον έρωτα».
Bill Fitzhugh, Highway 61 Resurfaced, εκδ. Morrow, 2005*
Το εκχύλισμα από τζαμαϊκάνικο τζίντζερ, πιπερόριζα ή ζιγγιβέρι, ένα διάλυμα 85% αιθυλικής αλκοόλης γνωστό στους δρόμους του αμερικάνικου νότου ως τζέηκ, πωλούνταν νόμιμα, από την εποχή του εμφυλίου, ως φάρμακο κατά της ναυτίας. Το εμπορεύονταν οι περιοδεύοντες «γιατροί», μία ιστορικά γνωστή, συμπαθής και συνήθως ακίνδυνη κατηγορία απατεώνων. Για να είμαστε δίκαιοι, οι πελάτες ήξεραν τι αγόραζαν: φτηνό αλκοόλ που μεταμφιεζόταν σε φάρμακο ώστε να μην υπόκειται σε φόρους.
Στην ποτοαπαγόρευση, από άλλοθι των πιο φτωχών, των πιο απελπισμένων, που δεν θέλαν να φαίνεται το αλκοολίκι τους, έγινε μόνη διέξοδος των φτωχών – λευκών ή μαύρων. Το αγόραζαν σαν μία από τις λίγες μορφές φτηνού και νόμιμου αλκοόλ.
Το τζέηκ αποδείχθηκε χρυσοφόρο για τους παραγωγούς του, τότε. Υπάρχει η γενική εντύπωση ότι η εποχή της ποτοαπαγόρευσης κράτησε λίγα χρόνια – όμως, σε μερικές πολιτείες, όπως στο Μισσισσιππή, κράτησε πάνω από μια τριακονταετία, έφτασε τη δεύτερη μεταπολεμική δεκαετία. Η ζήτηση αυξήθηκε, λόγω των …γνωστών του φαρμακευτικών ιδιοτήτων. Τα τζιμάνια**, όμως, μπορεί να αργούσαν αλλά δεν ήταν τελείως ηλίθια. Γρήγορα κατάλαβαν την κομπίνα και πέρασαν στη δράση. Ζήτησαν να φαίνονται τα …φαρμακευτικά υλικά, έφτιαξαν έναν ακόμη κανόνα που έλεγε πως έπρεπε να αυξηθεί το περιεχόμενο του τζέηκ σε στερεά υπολείμματα της εκχύλισης του αποστάγματος πιπερόριζας. Αυτό έκανε το ποτό ιδιαίτερα πικρό και κόστιζε σε πελάτες. Η αγορά του τζέηκ απειλούνταν με καταστροφή. Οι λαθραίοι κατασκευαστές άρχισαν να αναζητούν λύσεις που θα τους επέτρεπαν να αυξήσουν το ίζημα κρατώντας την γεύση του αλκοόλ.
Drink so much of Jake, till it done give me the limber leg
And that’s sure to mess you up
Drinking so much of Jake, till it done give me the limber leg
Sure messes you up, boy, there’s no cure for that
If I don’t quit drinking it every morning, sure gonna kill me dead
You ain’t no lying man
Το TOCP, άχρουν άοσμον και άγευστον, είναι καταστροφέας του κεντρικού νευρικού. Χτυπάει κατ ευθείαν στη σπονδυλική στήλη. “Αυτοί οι τύποι στη Βοστώνη” είναι ο Χάρρυ Γκρος κι ο Μαξ Ράισμαν, ερασιτέχνες χημικοί και λαθραίοι κατασκευαστές τζέηκ. Γνωρίζουν για το TOCP, ότι όλοι οι χημικοί της εποχής― πρόκειται για έναν θεωρητικά ακίνδυνο πλαστικοποιητή που δημιουργεί τεχνητό ίζημα όμοιο με του τζίντζερ, και ξεγελάει τα τεστ των τζιμανιών διασώζοντας παράλληλα τη γεύση του ποτού. Το έβαλαν στο τζέηκ και γέμισαν μισό εκατομμύριο μπουκάλια.
Μες σε λίγες μέρες οι αλκοολικοί φτωχοδιάβολοι σέρνονται με παράλυτα τα κάτω άκρα στους δρόμους της Αμερικής. Αντιμετωπίζοντας το πρόβλημά τους, περπατούν με έναν περίεργο, ιδιότυπα χορευτικό τρόπο: «πετάνε» τα πόδια τους ψηλά κι ύστερα μπροστά απ τον λοιπό κορμό, ώστε να κινηθούν στο έδαφος***. Οι σακατεμένοι άνθρωποι ξέρουν τι φταίει. Το τζέηκ ονοματίζει την νόσο, Jake leg, και το παράξενο περπάτημα, Jake Walk. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων, άγνωστος. Υπολογίζονται το λιγότερο 30.000, το περισσότερο 100.000. Παρά ταύτα, το θέμα δε βγαίνει στον Τύπο με πρωτοσέλιδα, ελάχιστες είναι οι διαμαρτυρίες. Την ιστορία τους σώζουν μόνο τα μπλουζ κι η φολκ– η μουσική των περιθωριακών, των φτωχών, των σημαδεμένων. Πρώτος συνδέει την νόσο με το ποτό ο μπλουζίστας Ishmon Bracey, στο ‘Jake Liquor Blues’ που ηχογράφησε το Μάρτη του 1930.
Έχει μπει η δεκαετία του 70 όταν ο γιατρός Τζων Μόργκαν αρχίζει να ρωτά κάποιους πελάτες του, μεσήλικους ή γέροντες με αναπηρία στα πόδια, από πού προήλθε η παράλυσή τους, καθώς συνειδητοποιεί ότι ανήκουν όλοι στην ίδια γενιά και έμειναν παράλυτοι την ίδια περίοδο. Όλοι του λένε ότι έφταιγε το συγκεκριμένο αλκοολούχο. Ο γιατρός είναι αυτός που ερευνά, κοινοποιεί τα συμπεράσματά του αποκαλύπτοντας την πραγματική αιτία της τραγωδίας και φτιάχνει κι ένα σιδι με 17 μπλουζ και φολκ κομμάτια για την ιστορία του τζέηκ.
*αστυνομικό ανάγνωσμα. Οι ιστορίες του φίλου μας δεν έχουν τίποτε μοναδικό αν κι είναι αξιοπρεπέστατες, αστυνομικώς σπήηκινγκ. Εκείνο που μ αρες πιο πολύ είναι ότι βρίθουν ενδιαφέροντος μουσικώς σπήηκινγκ, αφου έχει ήρωα έναν διζέυ ρόκερ και μπλουζολάτρη ντετέκτιβ κι όλα τα εγκλήματα που καλείται να διελευκάνει έχουν τη ρίζα τους στη μουσική ή ερμηνεύονται απ αυτή. Ειδικώς κάτι παλιές ιστορίες μπλουζιστών, ρόκερς, ροκενρολάδων και κάτι χαζοί διαγωνισμοί που κάνει ο ντετέκτιβ μας με το αφεντικό του στο ραδιόφωνο, τύπου ποιός θα βρει περισσότερα τραγούδια για λουλούδια, για αριθμούς, για το τζέηκ κλπ κλπ με ξετρελαίνουν και μου πλουτίζουν τη δισκοθήκη και την μουσική παιδεία.
Η μετάφραση δική μου. Δεν νομίζω ότι κυκλοφορούν βιβλία του Φιτζχιου στα ελληνικά.
**G-men ονομάζονται οι άνδρες του Χούβερ, του πρώτου ΕφΜπιΆι. Στην Ελλάδα η λέξη φτάνει με την ομώνυμη ταινία του Τζέημς Κάγκνυ. Γρήγορα ελληνοποιείται (τζιμάνι), κλίνεται (τζιμάνια, τζιμανιών) και παίρνει την έννοια του έξυπνου και αμάσητου.
***Τα αδέλφια έχουν δει σακατεμένους βουτηχτάδες της Καλύμνου να χορεύουν με αυτό τον τρόπο (που περπατούσαν οι σακατεμένοι από το τζέηκ) τραγούδια γραμμένα ειδικά γι αυτούς. Το πιο όμορφο που μου είπαν όμως είναι πως, δεν τα χορεύουν μόνο όσοι πολέμησαν το γιούσουρι αλλά κι οι αρτιμελείς, που μιμούνται στο χορό τις κινήσεις και τους τρόπους των λαβωμένων παλληκαριών. Μη το πείτε σε καναν αμερικανοθρεμμένο πολίτικαλι κορέκτ αυτό γιατί θα αρχίσει να αγωνίζεται για την κατάργηση των χορών – ξέρετε.
Οι εικόνες-κάρτες με μπλουζίστες είναι του Ρόμπερτ Κραμπ. Τα στιχάκια από το Jake Walk blues και το Jake and Alcohol Blues. Την ιστορία του τζέηκ αφορά μία εκπομπή που μπορείτε να ακούσετε εδώ.
Λαμπρινή Χ. Θωμά
|