|
Αρχείο από May, 2006:
| Iστορίες για άτακτα παιδιά – Παραλειπόμενα Ι |
30/05/2006 |
|
Στο Σραόσα και στο Χοιροβοσκό
Εκείνη την εποχή τραβούσα χοντρό κόλλημα με το Skin. Όμως ο Χρήστος τραβούσε από την πρώτη νότα ακόμη πολύ μεγαλύτερο κόλλημα με οτιδήποτε ποτέ είχε κάνει ο Πέτρος που έγινε η πέτρα όπου στήριξε την αγάπη του για τη μουσική. Δεν θα ήλπιζα, δε θα φανταζόμουν καν, ότι θα μου παραχωρούσε το δικαίωμά του σε μια συνάντηση με ένα από τα ινδάλματά του – το μεγαλύτερο από τα ινδάλματά του.
Δεν υπήρχαν τότε ιδιωτικοί σταθμοί. Υπήρχαν μόνο τα κρατικά κι οι πειρατές. Είχαμε μια περίεργη συχνότητα στα βραχέα. Στους 1044. Με κυνηγούσε αυτός ο αριθμός πάντα – άλλη ιστορία αυτή, άλλη φορά. Κάναμε περίεργες εκπομπές. Κάτω απ το φως του φεγγαριού, σε μια παλιά έρημη αποθήκη… Μιλούσαμε για τους ήρωές μας. Κι ο Χάμμιλλ ήταν ένας απ αυτούς. Όμως, όσο κι αν μου άρεσε, το δικαίωμα στη συνέντευξη που μας προσφέρθηκε το ’χε ο Χρήστος. Εδώ επρόκειτο περί λατρείας. Ο βαρύς κι ολιγόλογος φίλος μου, βαθύτατος γνώστης της μουσικής, ανατρίχιαζε κάθε φορά που έλεγε το όνειρο της ζωής του: να ακούσει ζωντανά το Betrayed. Ουτοπικός. Δεν το έλεγε αυτό το τραγούδι ο Χαμμιλλ. Ποτέ. Δεν υπήρχε περίπτωση. Ήταν το δικό του τραγούδι, δεν μπορούσε να το ξαναμοιραστεί. Κι ήταν και το τραγούδι του Χρήστου που ονειρευόταν το αδύνατο.
When I began I was full of altruistic dreams,
Believed in princes and princesses, kings and queens -
Now I find they’re all human inside,
All bitterness and pride,
So why shouldn’t I be like that too?
It seems that I’ve forgotten all I tried so hard to learn;
It seems there’s not an ounce of love or trust
anywhere in the world.
Ακριβώς γι αυτό, ο Χρήστος δεν άντεχε να πάρει τη συνέντευξη. Ούτε να τον πλησιάσει. Λατρεία. «Θα μου κοπούν τα γόνατα, θα μου κοπεί η μιλιά, μαλάκα». Και μου έλαχε ο κλήρος. «Μια ώρα με τον Πήτερ Χάμμιλλ». Το μόνο που μου ’δωσε ο Χρήστος ήταν μια στοίβα δισκάκια για υπογραφή.
Πήγα στο ραντεβού, μεσημέρι Σαββάτου. Ηλέκτρα Παλλάς, το πιο όμορφο ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης. Τον ειδοποίησαν ότι είχα φτάσει. Περίμενα ελάχιστα λεπτά, και φάνηκε από τη σκάλα. Ο αδύνατος άνδρας που κατέβαινε δυό δυό τα σκαλιά. Σπίντα σκέτη, νεύρο ολόκληρος! Χαρά Θεού, ουδεμία σχέση με τη μουσική του, όλο πλάκες. Μες σε μισή ώρα, είχε κατέβει κι ο ηχολήπτης, είχαμε αφήσει στην άκρη τη συνέντευξη, παίζουμε κυνηγητό στις σκάλες και γελούσαμε τα παιδιά. Ο Πέτρος που έχωνε παγάκια στην πλάτη μου για χαβαλέ δεν είχε καμμία σχέση με τη μουσική του. Ε, δεν άντεξα. Το είπα στο τέλος. Πήτερ, πως και με τέτοια μαύρη μαυρίλα στη μουσική, είσαι όλο χαρούλες στη ζωή; Ή κάτι πήρες σήμερα; Όχι, μου λέει, έτσι είμαι, γιατί έχω τη δυνατότητα να “βγάζω”, να αποβάλω τη σκοτεινιά στη μουσική. Αν δεν είχα τη μουσική, δεν ξέρω πως θα ήμουν, δεν ξέρω αν θα άντεχα.
Friends – they’re all harbouring knives
To embed in your back our of revenge, or spite,
Or indifference, or lack of other things to do -
In the end who’s going to be a friend for you
When they kick you in the guts as your hand
holds out the pearl?
It seem that there is nothing left but
hatred and lust in the world.
Κάποτε αρχίσαμε να συζητάμε για την ελληνική μουσική. Κάποιος του είχε πει για το Ρεμπέτικο, κι είχε πάει και το είχε αγοράσει. Βινύλιο, ε; Το είχε ακούσει κι είχε πάθει πλάκα. Και με ρωτάει τη γνώμη μου. Του λέω πως, για μένα, μαζί με το Μεγάλο Ερωτικό είναι τα δύο τοπ ελληνικά αλμπουμ. Είπε ότι θ’ αγόραζε και το Χατζιδάκειο αριστούργημα – του το σημείωσα σε ένα κομμάτι χαρτί.
Στο τέλος με ρώτησε αν μπορώ να του μεταφράσω τους στίχους απο το Ρεμπέτικο και να τους στείλω. Είπα ναι, η άσχετη. Κονόμησα ένα ιδιαιτέρας αξίας αυτόγραφο, βεβαίως, και με το μονόγραμμα στο τέλος, αλλά ιδέα δεν είχα σε τι έμπλεκα. Τιμή και Δόξα στους μεταφραστές.
I don’t give a damn anymore –
I’ve only wound up betrayed.
It’s all been absolutely worthless -
All the efforts I’ve made to be gentle and kind
Are repaid with contempt,
Degraded by sympathy, and worthless kindness
And love that isn’t meant.
Ιλαροτραγωδίας το ανάγνωσμα. Όπου η μικρή κτηνίατρος αγωνίζεται να μεταφράσει στίχους του Νίκου Γκάτσου. Που πας, κορτσούδιμ; Τι νομίζεις ότι είναι η ποίηση του Γκάτσου; Εξετάσεις του προφίσιενσυ; Ανακαλύπτω πως δεν μπορώ να μεταφράσω σχεδόν τίποτε. Ούτε μπορεί να με βοηθήσει κανείς από τους φίλους διότι άλλο πεζός κι άλλο ποιητικός λόγος, βεβαια, κι ακόμη πιο άλλο να κάνεις τέτοιες λέξεις αγγλικά – ακόμη τον καϋμό σε γλώσσα δυτική δε μπορώ να τον μεταφράσω. Μικρό θρασύ παιδί από τότε…Παρέδωσα. Παρεδόθην. Περίπου ένα μήνα μετά – μετά από ξενύχτια και δυσκολίες και πείσμα που δεν οδήγησε πουθενά – στέλνω στον Πέτρο ένα απολογητικό γράμμα, τσάτρα πάτρα μεταφρασμένους δυο τρεις στίχους, ένας σωρός μισές εξηγήσεις, συμπληρώνω παραμύθια και ιστορίες ρεμπέτικες. Ήμουν πολύ μικρή για να σκεφτώ να κρατήσω αντίγραφο… Άσε που το έγραψα στο χέρι κι όχι στη γραφομηχανή. Το χα σκεφτεί, είχα και καρμπόν, αλλά μου φάνηκε αγένεια. Θα γελούσαμε πολύ αν το είχα κρατήσει. Στο “καϋμός” και στο “αμάν” είχα γράψει σωρό -το θυμάμαι. Και μιαν αναφορά σε μια χούφτα δικούς του στίχους. Δικούς του και του Χρήστου.
|
|
| Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά, τον βασιλέα; |
29/05/2006 |
|
Δεν είχε μιλήσει καθόλου. Ήρεμη, αριστοκρατική, λεπτή και κατάλευκη, απόφοιτος παρθεναγωγείου, γόνος μιας από τις γνωστότερες οικογένειες της Πόλης, άφηνε τον αδελφό της να κάνει όλη την κουβέντα. Μπήκε μιά για να ρωτήσει τι θέλω να με τρατάρει και δεν εμφανίστηκε παρά μόνο με το δίσκο γεμάτο, τα σπιτικά γλυκά και το δροσερό νερό. Συζητούσαμε το μύθο του μαρμαρωμένου βασιληά – ήμουν όλο το πρωί στο Μπαλουκλί, ύστερα στο Πατριαρχείο, τα τείχη, τη Μονή της Χώρας, την ΑγιαΣοφιά…
Ο αδελφός της, ένας πολίτης άρχοντας, που νοσταλγικά μιλούσε για το βίο τους παλιότερα στην Πόλη, μπορούσε άλλωστε να καλύψει το χώρο δέκα ομιλητών, τι δύο! Τη μια με μένα συζητούσε ελληνικά, την άλλη απευθυνόταν στο συνοδό μου στα κούρδικα, επιδεικνύοντας την πολυγλωσσία του, πράμμα συνηθισμένο μεταξύ των Πολιτών. “Έμαθα τα κούρδικα στο στρατό”, μου είπε. Οι μειονότητες συναντώνται πάντα στα σύνορα…
Η δεσποινίς Μαρία δεν μιλούσε όλη αυτή ώρα. Μια φορά μπήκε, ίσα να δει πως όλα είναι καλά, καρφώνοντας βλέμμα τρυφερό στον αδελφό της κι αποχωρώντας αθόρυβη. Κι άλλη μία φορά ήρθε ενώ η κουβέντα γυρνούσε γύρω από το μύθο.
-Πέθανε ο βασιλέας, δεσποινίς Μαρία;
Σιωπή. Και μια κουβέντα να ανεβαίνει το λαιμό της και να αγωνίζεται να την καταπιεί. Επιμένω:
-Εσείς τι λέτε; Ζει ο βασιλέας, δεσποινίς Μαρία; ή πέθανε;
- Κοίτα κόρη μου –μάτια βουρκώνουν, φωνή πνιχτή- εμείς μάθαμε να μη μιλούμε, μα –το χεις κλειστό αυτό; ναι, δεσποινίς Μαρία, είναι κλειστό το κασετόφωνο- εμείς δεν μιλάμε μα μες στην καρδιά μας το ξέρουμε, ο βασιλέας μας ζει, μαρμάρωσε – μάτια γεμίζουν, τρέχουν– κι εγώ σου λέω, και τα ψάρια στο Μπαλουκλή θα ξαναγυρίσουν στο τηγάνι, κι ο βασιλέας μας θα ξεμαρμαρωθεί, αλλιώς κανένας μας δε θα ζούσε κόρη μου, κανένας. Γιατί να ζεις αλλιώς; Γιατί να ζεις εδώ; Να σου φέρω λίγο νερατζάκι ακόμη, που το έκαμα με τα χεράκια μου;
λέει και σκουπίζει ευγενικά τα δάκρυά της, η δεσποινίς Μαρία των 72 Μαίων
Μνήμη Κωνσταντινουπόλεως, 1991
|
|
| Kαθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα |
26/05/2006 |
|
Ενα πατριωτικό, λαϊκιστικό παραλήρημα
«Όπως έγινε γνωστό από το ΓΕΕΘΑ, βρέθηκε η κάσκα του αγνοούμενου Έλληνα πιλότου Κωνσταντίνου Ηλιάκη, καθώς και το survival kit με ελληνικές ενδείξεις».
Στα τρία και στα τέσσερα ξανθά σας χρόνια
Ξέρετε, χαρές μου, από χτες τι κάνω; Επιθυμώ. Να σας πάρω αγκαλιά, να φιλήσω τα μαλλάκια, να σφίξω τα δόντια, να κρατήσω τα δάκρυα, να φορέσω τα χρώματα και να σας μιλήσω για το μπαμπά. Για το μπαμπά σας που δε γνώρισα μα ξέρω. Θέλω να σας πω: ο μπαμπάς σας ήταν γενναίος κι όμορφος και παλληκάρι. Ο μπαμπάς σας σήκωνε το αεροπλάνο να πάει στον πόλεμο κι ήτανε πάντα πίσω. Έτσι του εύχονταν κι οι φίλοι του καθώς έπαιρνε στα χέρια την κάσκα, να ξεκινήσει: «Άντε, και πάντα πίσω!». Κι ήτανε πάντα πίσω. Πάντα ως προχτές.
Ο μπαμπάς σας ήταν από κείνα τα παλληκάρια που δεν πεθαίνουν και που έχουν πάντα τον εχθρό στη μπούκα τους. Μέχρι προχτές. Ο μπαμπάς σας.
Σκέφτομαι μόνη μου, έχει κολλήσει ο νους. Πως τάχα θα σας σήκωνε ψηλά στον αέρα, όπως κάνουν όλοι οι μπαμπάδες, θα σας σήκωνε και θα σας στριφογύριζε και θα παίζατε το αεροπλάνο και θα χαιρόταν, ελαφρύς όσο ποτέ, το δυνατό σας γέλιο. Βουουουμμμμ… Σκέφτομαι κείνες τις φορές που θα ήταν σίγουρος, όπως είναι πάντα οι γονείς, πως θα του μοιάζατε, πως στην αυλή του σχολείου θα τσακωνόσασταν κι εσείς ποιος μπαμπάς είναι πιο δυνατός, πιο σπουδαίος, ονειρευόταν περήφανος τη μέρα που θα πείτε «εμένα ο μπαμπάς μου είναι ο πιο δυνατός, εμένα ο μπαμπάς μου έχει ένα αεροπλάνο τόσο μεγάλο που τον πάει ψηλάααα στον ουρανό».
«Συνεργεία του Ναυτικού και της Αεροπορίας βρίσκονται στην περιοχή και συνεχίζουν τις έρευνες για τον εντοπισμό του αγνοούμενου σμηναγού. Στο σπίτι του πιλότου Κωνσταντίνου Ηλιάκη, στο Ακρωτήρι Ηρακλείου, η αγωνία κορυφώνεται. Ο 35χρονος σμηναγός έχει δύο παιδιά, ηλικίας 3 και 4 ετών και θεωρείται άριστα εκπαιδευμένος».
Ξέρετε τι κάνω από προχτές; μουρμουρίζω το ίδιο τραγούδι, το ίδιο και το ίδιο, και αναρωτιέμαι αν το έχει η μαμά στη δισκοθήκη, αν ο μπαμπάς σας σαν νανούριζε μ αυτό, όπως κι εγώ το γιό μου χρόνια πριν, με τα ίδια δάκρυα στα μάτια, κι αν όταν τον έπιανε κι εκείνον το παράπονο άλλαζε το τραγούδι στο ζεϊμπέκικο της Αφροδίτης και της Βούλας – Για ποιά Ελλάδα, ρε γαμώτο;
Ξέρετε τι κάνω από προχτές; Φοβάμαι. Φοβάμαι πως μπορεί, χρόνια μετά, να ξεχάσω το όνομά του. Κι ύστερα παρηγοριέμαι. Παρηγοριέμαι γιατί θυμάμαι ένα άλλο αγόρι ένα άλλο αγόρι ποτέ δε θα ξεχάσω κι είναι σα να θυμάμαι το μπαμπά σας μαζί του, κι έτσι θα έλεγε κι εκείνος, ξέρω, γιατί,
ξες τι είναι πατρίδα, μωρό μου; Ξέρεις εσύ, αγάπη μου; Να πω; Πατρίδα είναι ο τόπος ο αδελφοποιτός, που του χαρίζεις το αίμα από τα γόνατά σου, τον φρέσκο πόνο, που σου φανερώνει που κρύβει τις γυαλόπετρες και που φυτρώνει τις πιο ζουμερές του πικραγγουριές, που τα κορίτσια του είναι τα πιο όμορφα και τα αγόρια του γεννιούνται ποιητές και ίκαροι έτοιμοι να καούν ψηλά, πιο ψηλά από όλους, απ όλους
γιατί ματώσαμε τις ίδιες πέτρες, κι έτσι θα θυμάμαι και το μπαμπά σας και δε θα ξεχνώ. Λεγόταν Έκτορας αυτό το αγόρι, Έκτορας Γιαλοψός. Μεγάλωνε λίγα στενά πιο κάτω από το πατρικό αλλά μαζί δεν παίξαμε. Ήταν μικρότερος, βλέπεις. Σκέφτομαι καμμιά φορά μήπως το μάλωσα επειδή πετάχτηκε με καμμιά μπάλα στο δρόμο, μήπως καμμιά φορά βιαζόμουν και το λάσπωσα περνώντας δίπλα με τα αμάξι, εκεί στις λάσπες και τις λακούβες της Πετρούπολης που μεγάλωνα, εκεί στις λάσπες και τις λακούβες των Νέων Λιοσίων που μεγάλωνε, μήπως του ανακάτεψα τα μαλλάκια, να έτσι, ή μπας και του έκλεισα το μάτι την ώρα που βουτούσε καραμέλλες απ’ το Χαντρινό και κόκκινα μολύβια με γόμα από το βιβλιοπωλείο της Ελαιών.
Πρέπει να φύγω τώρα, να, πάρτε από ένα μάγουλο ο καθένας γιατί λαχταράω το φιλάκι σας, μα πριν φύγω να σας πω πως, όταν το αγόρι σκοτώθηκε, με το αίμα του βαφτίστηκαν οι πέτρες που μάτωσαν τα γόνατά του, βαφτίστηκε το στενό που κρυφοκοίταζα τα αγόρια, βαφτίστηκαν οι λάσπες κι οι λακκούβες, οι πικραγγουριές και οι γυαλόπετρες, οδός Σημαιοφόρου Έκτορα Γιαλοψού.
Σημαιοφόρος. Νομίζουν πως είναι βαθμός, κι όχι πολύ υψηλός. Μα, ο Έκτορας κι ο μπαμπάς σας ξέραν πως είναι αλλοιώς.
Κι έτσι διδάχθηκα πως συναντιέσαι με κείνους που ματώσατε το ίδιο χώμα.
Μη γράψετε τίποτε για το κείμενο, παρακαλώ σας. Αν θέλετε γράψτε ένα Αντίο του παλληκαριού, θα κοιτάξω να βρούμε τρόπο να το στείλουμε στα παιδιά του, να μη νοιώσουν κάποτε πως κανείς δεν νοιάστηκε που ο πατέρας τους σκοτώθηκε.
Ο τίτλος του Ελύτη. Οι ειδήσεις από το in.gr. Το “Τραγούδι του Χελιδονιού” έγραψε η Χαρούλα Αλεξίου, να νανουρίσει τη μέλλουσα θλίψη της μικρούλας Αναστασίας Ισαάκ. Οι εικόνες από εδώ
|
|
| The Woman Who Would Be Queen |
23/05/2006 |
|
Ήταν η περίοδος του πρώτου πολέμου στον Κόλπο, που η μοίρα μας έφερε, με τον αδελφό, στα προσκυνήματα.
Ξεκινήσαμε από την Αλεξάνδρεια για Κάιρο, με ταξί. Ζητήσαμε από τον ταξίαρχο να μας περάσει από το Ουάντι εν-Νατρούν, την έρημο της Νιτρίας και των αγίων. Δεν είχε ξαναπάει αλλά με υπομονή και μπόλικες ερωτήσεις φτάσαμε στο Ουάντι, αφού διασχίσαμε τον ξερό κι άγονο τόπο και κάτι χωριουδάκια χτισμένα με τσιμεντόλιθους και πανιά.

Τα τέσσερα μοναστήρια. Η μονή των δύο ρωμαίων αγίων- Ντέιρ Μπαραμούς. Η μονή του Αββά Μακαρίου- Ντέιρ Αμπού Μακάρ – και του Ματθαίου του Φτωχού, του Μάττα Ελ Μεσκίν, την ευχούλα του να έχουμε. Η μονή Αμπού Μπισόι, του Αββά Σισώη. Η μονή Αλ-Σιριγιάνι, των Σύριων, για σεργιάνι. Πανω από χίλια κελιά ερείπια λίγο πιο βαθιά στην έρημο.
Έχω μια φωτογραφία στην έρημο. Η άμμος και εγώ. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένοιωσα την ομιλία αμαρτία. Διατάρασσε την αλήθεια του τόπου που δεν επιτρέπει σε τίποτε να κρυφτεί.

Η καρδιά μου έμεινε στη μονή του Αγίου Μακαρίου. 12 μοναχοί πήγαν να ξαναδώσουν ζωή στον τόπο των πατέρων που ΄χε ερημώσει. Οι απόστολοι της αγάπης. Ο ένας, ο ξεχωριστός, ο Μάττα, ο Ματθαίος ο πτωχός. Τόσα είχα ακούσει, μα δεν τον γνώρισα. Ασθενούσε. Μαζί του απ την αρχή ήταν ο αρχοντάρης, ο Ιερεμίας, ο Τζερεμάια μου. Ανέλαβε εμάς τους ασθενείς.
Η πρώτη εικόνα. Ερείπια περιβόλι. Πανω από 100 μοναχοί όταν πήγαμε. Ανθίσανε κήποι μες στην έρημο. Εργάτες απ τα γύρω χωριά τρώνε ψωμί, ανθίσανε και τα χωριά της ερήμου.

Στο μοναστήρι, διακόσια κελλάκια γύρω από την αυλή. Όλα στο χρώμα της άμμου – μπας και περάσουν οι αγαρηνοί χωρίς να σφάξουν, χωρίς να ποτίσουν την έρημο αίμα κι άλλο αίμα. «Πόσες φορές μας σφάξανε δε θυμόμαστε». «Μας σφάξανε», λένε, θανάτω θάνατον πατήσαντες.
Ο Τζερεμάια. Το άνθος της ερήμου. Μεσήλικας. Χαμογελαστός. Μόλις τον ειδοποίησαν πως ήρθαν ορθόδοξοι, έτρεξε να μας δεχθεί ο ίδιος. Άνοιγαν δρόμο οι αδελφοί καθώς ερχόταν προς το μέρος μας, με το περισσευόμενο ύφασμα απ το ρασάκι του να μένει πίσω, νικημένο απ’ τη χαρά. Μας αγκάλιασε, μας φίλησε, μας κάθησε να μας τρατάρουν. Οι αδελφοί, χαρούμενοι, είχαν μαζευτεί ένα γύρο, να τον ακούν διψασμένοι να μεταφράζει κάθε κουβέντα μας.

Ο αδελφός είχε μαζί μια εικονίτσα πλαστική, όση δα, τον Αρχάγγελο του Μανταμάδου. Την έβγαλε από την τσέπη του στήθους, τη φίλησε κι άρχισε να τους λέει πως ο Αρχάγγελος παρήγγειλε τούτο το «πορτραίτο», το χτισμένο με αίμα και σώμα και χώμα. Κι ο Τζερεμάια μετάφραζε κι οι αδελφοί σταυροκοπιούνταν κι ο Τζερεμάια μετάφραζε κι οι αδελφοί δακρύζαν, τόσες φορές το αίμα τους και το σώμα και το χώμα αυτό ζυμώθηκαν στη λάσπη που χτίζει Αρχαγγέλους, κι ο Τζερεμάια μετάφραζε και δάκρυζε και πήρε την εικονίτσα και την καταφιλούσε κι ύστερα πέρασε στους άλλους αδελφούς, ένα κομμάτι πλαστικό, τόσο δα, ποτισμένο δάκρυα, γεμισμένο φιλιά. Κι όταν ο αδελφός τους το χάρισε είδα τι πάει να πει πανηγύρι στον ουρανό…
Ο Τζερεμάια μας πήρε από το χέρι.

Να πάμε να ασπαστούμε τους αγίους. Να αφήσουμε σημείωμα στον Άγιο, να μας προσέχει, να προσέχει όσους αγαπάμε.

Να προσκυνήσουμε στην εκκλησία. Να μας δείξει τις νωπογραφίες στο ιερό. Μπήκαν εκείνος κι ο αδελφός μες στο ιερό. Έμεινα απ έξω και κοιτούσα ένα υπέροχο ευαγγέλιο, με τα γράμματα ζωγραφιές. Δεν κάνει να μπω στο ιερό ήξερα.

- Έλα, έλα, τι κάθεσαι εκεί; Έλα να δεις!Ο Τζερεμάια γελαστός με προσκαλούσε μα ντράπηκα, δεν μπήκα. Είπα:
–Όχι, πάτερ, δεν πειράζει, αφού δεν επιτρέπεται.
Και συννέφιασε ο Τζερεμάια ο ήλιος μου, και με κοίταξε αυστηρά και μου ΄πε:
-Ξέρεις ποια είσαι; Ξέρεις ποιος είναι ο πατέρας σου;
Τον κοίταξα σα χάχας – δεν πήγε ο νους μου. Συνέχισε, πάντα αυστηρά:
–Ο πατέρας σου είναι ο Βασιλεύς των Βασιλέων. Και μια πριγκίπισσα πάει παντού!
|
|
| Ένας Αληθινός Φόρος Τιμής στο Μποτερό |
22/05/2006 |
|
Αντιγράφω από το σχετικό μέηλ των καλλιτεχνών που οργανώνουν συγκέντρωση- φόρο τιμής στο Μποτερό, δηλαδή διαμαρτυρία κατά των αμερικάνικων εγκλημάτων στο Αμπου Γκραϊμπ.
 “Σήμερα, Δευτέρα, 22 Μαίου, στις 20.00, εγκαινιάζεται στην Εθνική Πινακοθήκη Αναδρομική Έκθεση του Μεγάλου Κολομβιανού Ζωγράφου Φερνάντο Μποτερό.
Ο ζωγράφος παρουσιάζει με αυτή τη ευκαιρία και την ενότητα έργων του – διαμαρτυρία για τους βασανισμούς κρατουμένων στις φυλακές του Αμπού Γκράιμπ, από τους βορειοαμερικάνους δεσμοφύλακές τους, αλλά και σε όλα τα μαύρα κελιά της υπερδύναμης ανά τον κόσμο.
 Η ομάδα Καρατρανσαβαγκάρντια καλεί τους επισκέπτες της έκθεσης σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας για τους βασανισμούς κρατουμένων, στις 21.00, στον έξω χώρο της Πινακοθήκης, και σε πορεία μέχρι την πρεσβεία των ΗΠΑ στις 21.30. Η πορεία δεν θα έχει συνθήματα και θα διαλυθεί αφού οι μετέχοντες κρεμάσουν πανώ με αντίγραφα έργων του Μποτερό στα κάγκελά της.
Ομάδα Καρατρανσαβανγκάρντια“
Παρακαλώ, όσοι μπορείτε, διαδώστε το. Μιραντολίνα
|
|
|
 |
|