|
Ήταν η περίοδος του πρώτου πολέμου στον Κόλπο, που η μοίρα μας έφερε, με τον αδελφό, στα προσκυνήματα.
Ξεκινήσαμε από την Αλεξάνδρεια για Κάιρο, με ταξί. Ζητήσαμε από τον ταξίαρχο να μας περάσει από το Ουάντι εν-Νατρούν, την έρημο της Νιτρίας και των αγίων. Δεν είχε ξαναπάει αλλά με υπομονή και μπόλικες ερωτήσεις φτάσαμε στο Ουάντι, αφού διασχίσαμε τον ξερό κι άγονο τόπο και κάτι χωριουδάκια χτισμένα με τσιμεντόλιθους και πανιά.

Τα τέσσερα μοναστήρια. Η μονή των δύο ρωμαίων αγίων- Ντέιρ Μπαραμούς. Η μονή του Αββά Μακαρίου- Ντέιρ Αμπού Μακάρ – και του Ματθαίου του Φτωχού, του Μάττα Ελ Μεσκίν, την ευχούλα του να έχουμε. Η μονή Αμπού Μπισόι, του Αββά Σισώη. Η μονή Αλ-Σιριγιάνι, των Σύριων, για σεργιάνι. Πανω από χίλια κελιά ερείπια λίγο πιο βαθιά στην έρημο.
Έχω μια φωτογραφία στην έρημο. Η άμμος και εγώ. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένοιωσα την ομιλία αμαρτία. Διατάρασσε την αλήθεια του τόπου που δεν επιτρέπει σε τίποτε να κρυφτεί.

Η καρδιά μου έμεινε στη μονή του Αγίου Μακαρίου. 12 μοναχοί πήγαν να ξαναδώσουν ζωή στον τόπο των πατέρων που ΄χε ερημώσει. Οι απόστολοι της αγάπης. Ο ένας, ο ξεχωριστός, ο Μάττα, ο Ματθαίος ο πτωχός. Τόσα είχα ακούσει, μα δεν τον γνώρισα. Ασθενούσε. Μαζί του απ την αρχή ήταν ο αρχοντάρης, ο Ιερεμίας, ο Τζερεμάια μου. Ανέλαβε εμάς τους ασθενείς.
Η πρώτη εικόνα. Ερείπια περιβόλι. Πανω από 100 μοναχοί όταν πήγαμε. Ανθίσανε κήποι μες στην έρημο. Εργάτες απ τα γύρω χωριά τρώνε ψωμί, ανθίσανε και τα χωριά της ερήμου.

Στο μοναστήρι, διακόσια κελλάκια γύρω από την αυλή. Όλα στο χρώμα της άμμου – μπας και περάσουν οι αγαρηνοί χωρίς να σφάξουν, χωρίς να ποτίσουν την έρημο αίμα κι άλλο αίμα. «Πόσες φορές μας σφάξανε δε θυμόμαστε». «Μας σφάξανε», λένε, θανάτω θάνατον πατήσαντες.
Ο Τζερεμάια. Το άνθος της ερήμου. Μεσήλικας. Χαμογελαστός. Μόλις τον ειδοποίησαν πως ήρθαν ορθόδοξοι, έτρεξε να μας δεχθεί ο ίδιος. Άνοιγαν δρόμο οι αδελφοί καθώς ερχόταν προς το μέρος μας, με το περισσευόμενο ύφασμα απ το ρασάκι του να μένει πίσω, νικημένο απ’ τη χαρά. Μας αγκάλιασε, μας φίλησε, μας κάθησε να μας τρατάρουν. Οι αδελφοί, χαρούμενοι, είχαν μαζευτεί ένα γύρο, να τον ακούν διψασμένοι να μεταφράζει κάθε κουβέντα μας.

Ο αδελφός είχε μαζί μια εικονίτσα πλαστική, όση δα, τον Αρχάγγελο του Μανταμάδου. Την έβγαλε από την τσέπη του στήθους, τη φίλησε κι άρχισε να τους λέει πως ο Αρχάγγελος παρήγγειλε τούτο το «πορτραίτο», το χτισμένο με αίμα και σώμα και χώμα. Κι ο Τζερεμάια μετάφραζε κι οι αδελφοί σταυροκοπιούνταν κι ο Τζερεμάια μετάφραζε κι οι αδελφοί δακρύζαν, τόσες φορές το αίμα τους και το σώμα και το χώμα αυτό ζυμώθηκαν στη λάσπη που χτίζει Αρχαγγέλους, κι ο Τζερεμάια μετάφραζε και δάκρυζε και πήρε την εικονίτσα και την καταφιλούσε κι ύστερα πέρασε στους άλλους αδελφούς, ένα κομμάτι πλαστικό, τόσο δα, ποτισμένο δάκρυα, γεμισμένο φιλιά. Κι όταν ο αδελφός τους το χάρισε είδα τι πάει να πει πανηγύρι στον ουρανό…
Ο Τζερεμάια μας πήρε από το χέρι.

Να πάμε να ασπαστούμε τους αγίους. Να αφήσουμε σημείωμα στον Άγιο, να μας προσέχει, να προσέχει όσους αγαπάμε.

Να προσκυνήσουμε στην εκκλησία. Να μας δείξει τις νωπογραφίες στο ιερό. Μπήκαν εκείνος κι ο αδελφός μες στο ιερό. Έμεινα απ έξω και κοιτούσα ένα υπέροχο ευαγγέλιο, με τα γράμματα ζωγραφιές. Δεν κάνει να μπω στο ιερό ήξερα.

- Έλα, έλα, τι κάθεσαι εκεί; Έλα να δεις!Ο Τζερεμάια γελαστός με προσκαλούσε μα ντράπηκα, δεν μπήκα. Είπα:
–Όχι, πάτερ, δεν πειράζει, αφού δεν επιτρέπεται.
Και συννέφιασε ο Τζερεμάια ο ήλιος μου, και με κοίταξε αυστηρά και μου ΄πε:
-Ξέρεις ποια είσαι; Ξέρεις ποιος είναι ο πατέρας σου;
Τον κοίταξα σα χάχας – δεν πήγε ο νους μου. Συνέχισε, πάντα αυστηρά:
–Ο πατέρας σου είναι ο Βασιλεύς των Βασιλέων. Και μια πριγκίπισσα πάει παντού!
Λαμπρινή Χ. Θωμά
|