Ιστολόγιο | Επιλογές | Αρχείο | Κείμενα | Φαρμακεία | Ταυτότητα

Αρχείο από September, 2006:


To Σπίτι Του Σύννεφου με τα Παντελόνια
30/09/2006

Για τον Ακίνδυνο και mon Αμπροζ

Οι ιθαγενείς της Σιβηρίας πιστεύουν ότι όλα γύρω τους έχουν ψυχή, έχουν προσωπικότητα και τη δύναμη της ζωής. Όπως κάποτε είπε ένας τους σε έναν ανθρωπολόγο του 19ου αιώνα:

«Ότι υπάρχει ζει. Η λάμπα περπατά τριγύρω. Οι τοίχοι του σπιτιού έχουν τη δική τους φωνή. Ακόμη και το δοχείο νυκτός έχει την πατρίδα και το σπίτι του. Τα δέρματα που κοιμούνται μες στους σάκκους, συνομιλούν τη νύχτα. Οι κερασφόροι σκελετοί των ελαφιών σηκώνονται από τον τάφο τους τη νύχτα και περπατούν σεβαστικά γύρω απ τους τύμβους.»

Όταν τα βουνά πετούν πέτρες στον αέρα μαλώνουνε, η γη τρέμει γιατί στα βάθη της ζουν τα μαμμούθ, που γίνονται αέρας αν τα δει ποτέ το φως. Τα ποντίκια φτάσαν στη θάλασσα και πήραν τα κοχύλια να φτιάξουν έλκηθρα με πέδιλα από γρασίδι. [...] ο κεραυνός είναι η φασαρία που κάνουν τα θεόπαιδα παίζοντας με το δέρμα της φώκιας, το ακίνητο πολικό άστρο είναι ο στύλος που οι θεοί δένουν τα άλογά τους. Ακόμη και τα σύννεφα έχουν σπίτι κι οικογένεια, υδάτινες γιούρτες και τσουκάλια για να μαγειρεύουν.


Οι ενδιάμεσοι των ντόπιων της Σιβηρίας με αυτόν τον ολοζώντανο, ανήμερο κόσμο ήταν οι σαμάνοι τους — στην γλώσσα των Εβενκ «αυτοί που οίδαν». [...] Το πιο συχνό κοινό τους χαρακτηριστικό ήταν το ταξίδι της ψυχής, που συνέβαινε σε στιγμή ακαθόριστη, μετά από χορό, νηστεία ή κατανάλωση παραισθησιογόνων φυτών. Στη διάρκεια του ταξιδιού του, ο σαμάνος μπορούσε να γίνει λύκος ή γλάρος, να πολεμήσει τα πνεύματα της πείνας ή της κακοκαιρίας, να φέρει πίσω την ψυχή του αρρώστου, να σταματήσει τη μετανάστευση των θαλασσίων λεόντων ή να πολεμήσει με το σαμάνο της αντίπαλης φυλής. Ακόμη πιο εξαιρετικά ήταν τα πρώτα τους ταξίδια, αυτά στα οποία ακρωτηριάζονταν, πέθαιναν αγωνιζόμενοι κι ανασταίνονταν με σαμανιστικές δυνάμεις.


Ένας σαμάνος των Σάχα διηγήθηκε πως ένα πουλί με σιδερένιο ράμφος και μακράν ουρά τον έφερε από τον κάτω κόσμο πάλι στο φως, τον ξέρασε πάνω σε έναν έλατο κι ύστερα τον έκοψε κομμάτια και τον τάισε μπουκιά μπουκιά στα πνεύματα της ευλογιάς και της ινφλουέντζας. Όταν οι αρρώστειες χόρτασαν, το πουλί ταξίδεψε και μάζεψε νέες σάρκες να ξαναντύσει τα ασπρισμένα καθαρά του κόκκαλα, χαρίζοντάς του έτσι την ευλογία να θεραπεύει. Ένας σαμάνος των Νενέτων σκόνταψε μες σε μια σπηλιά βουνίσια και σα σηκώθηκε είδε ένα γυμνό άντρα να ανακατεύει μια τεράστια χύτρα. Ο άνδρας τον έπιασε με μια τσιμπίδα και τον έβαλε στη χύτρα. Τον μαγείρευε τρία χρόνια, πριν τον ξαναφτιάξει και του χαρίσει μάτια που μπορούσανε να δουν τα πνεύματα, λαρύγγι που μπορούσε να τραγουδά εις τον αιώνα κι αυτιά που μπορούσαν ν ακούν και να καταλαβαίνουν τις κουβέντες των δέντρων“.

Anna Reid, The Shaman’s Coat, A native History of Siberia, εκδ. Walker and Company, NY 2003. Μετάφραση της ταπεινότητός μου. Η φωτογραφία του τάφου του Σαμάνου της Τούβας είναι από εδώ.


Nacho Bulgaris I
27/09/2006

«Ναι, έχεις δίκηο να σε παραξενεύει το όνομά μου, ειδικά μάλιστα όταν το συναντάς στη Βενεζουέλα. H ιστορία μου… Είμαι τρίτη γενιά ελλήνων μεταναστών. Ο παππούς μου ήρθε στη Λατινική Αμερική το 1925, πρώτα στον Παναμά, που χε τη μεγαλύτερη κοινότητα ελλήνων στη Λατινική Αμερική, ύστερα στην Αργεντινή, όπου άρχισε πια να δουλεύει. Όμως η γιαγιά μου, με την οποία είχε αγαπηθεί στην Ελλάδα, αποφάσισε τελικά να τον ακολουθήσει. Αλλά, πήγε κι εγκαταστάθηκε στον Παναμά. Ξαναβρέθηκαν, λοιπόν, στον Παναμά κι ύστερα ήρθαν μαζί στη Βενεζουέλα. Ο παππούς μου αποδείχθηκε καλός επιχειρηματίας. Τυπικός έλληνας. Συνήθιζε να λέει ότι ο έλληνας έμπορος μπορεί να πουλήσει και σάπιες τομάτες. […]

Ήταν πολύ γενναιόδωρος με όλους τους έλληνες στη Βενεζουέλα, έκανε δουλειές κι αλλού στη Λατινική Αμερική, ακόμη και με τα αδέλφια της Εύας Περόν στην Αργεντινή και τη σύζυγο του στρατηγού Ντάγκλας Μακάρθουρ, που ήταν μισή ελληνίδα μισή εβραία. Ο πατέρας μου τα ξέρει καλύτερα αυτά, την παλιότερη σχέση της οικογένειας με τη Λατινική Αμερική, έχει και γραμματόσημα με κάποιους προγόνους μας, ξέρει για τον πρόγονό μας που υπήρξε ο δάσκαλος του Φρανσίσκο ντε Μιράντα, ενός βενεζουελιανου ηγέτη κατά της αποικιοκρατίας. […]

Στη Βενεζουέλα υπάρχει μια μικρή ελληνική παροικία, με δυό ενορίες, δυό εκκλησίες πολύ όμορφες. Οι περισσότεροι έλληνες είναι επιτυχημένοι επιχειρηματίες, δικηγόροι, εισαγωγείς- εξαγωγείς, όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους… Η Αθήνα και το Καράκας μοιάζουν πολύ – βέβαια, εδώ δεν έχουμε Παρθενώνα, αλλά κατά τα άλλα μοιάζουν πολύ. […]

Ειμαι δικηγόρος κι αυτό τον καιρό προσπαθώ να αποκτήσω ελληνικό διαβατήριο. Ελπίζω σε περίπου ένα χρόνο να το έχω στα χέρια μου. Είναι ντροπή μου που δε μιλάω ελληνικά κι ας μιλάω τέσσερις άλλες γλώσσες. Όμως θέλω το διαβατήριό μου. Έχω τρελλαθεί με το διαβατήριο. Ζητάνε τόσα χαρτιά, τόσα χαρτιά, μου ζητάνε υποχρεωτικά και πιστοποιητικό γάμου των παππούδων μου, μα τον καιρό που οι παππούδες μου παντρεύτηκαν δεν υπήρχε ακόμη ορθόδοξη εκκλησία στη Βενεζουέλα και στην πρεσβεία επιμένουν ότι ο γάμος όφειλε να είναι ορθόδοξος και να έχει το πιστοποιητικό η οικογένεια – μα εμείς δεν έχουμε γιατί απλώς ποτέ δεν υπήρξε. Να μου εύχεσαι να τα καταφέρω…

Από καιρό ήξερα πως δεν ήμουν ο κλασσικός βενεζουελιανός, αν κρίνεις δηλαδή από την παιδεία μου και τα πιστεύω μου. Απ την εποχή που άρχισα να φτιάχνω μόνος μου ελιές καλαμών και έμαθα να μαγειρεύω την μεσογειακή κουζίνα, είχα καταλάβει πως κάτι τρέχει με τα γονίδιά μου. Μόνο όταν ήρθα στην Ελλάδα πέρισυ ένοιωσα άνετα, σα να βρίσκομαι στο σπίτι μου. Θυμάμαι τις μέρες στην Αθήνα, τη βδομάδα που πέρασα στα νησιά, και ανοίγει η πληγή που άφησε εκείνο το ταξίδι στην καρδιά μου[…]

Με φωνάζουν Νάτσο. Στα ισπανικά είναι συχνό όποιον φέρει το όνομα Ιγνάτιος (Ιγκάσιο) να τον φωνάζουν Νάτσο. Επειδή το Ατανάσιο και το Ιγκνάσιο μοιάζουν κάπως, η γιαγιά μου μου διάλεξε αυτό το χαϊδευτικό. [...] Ξέρεις, δεν πάει πουθενά, όλο στο σπίτι θέλει να είναι. Οι έλληνες μπορούν να κρύψουν πολύ καλά την αγάπη τους για το ταξίδι και τη συνάντηση με άλλους τόπους, κι όμως πάντα κοιτάνε πέρα απ τον ορίζοντα. Tο ξέρω, όχι μόνο γιατί είναι μέσα μου αλλά γιατί κι η ιστορία μας το λέει…»

Η αγάπη μου λέει πως, θα άξιζε να παίρνω τυχαίους αριθμούς στο τηλέφωνο, και να μιλώ με τους ανθρώπους για τη ζωή τους. Λέει πως θα τύχαινα σε ιδιαίτερες περιπτώσεις μονίμως. Η αλήθεια είναι πως να, κάπως γίνεται και συναντιέμαι συνεχώς με την ομορφιά του κόσμου (κι ύστερα, όλοι είναι ιδιαίτερες περιπτώσεις).

Τον Αθανάσιο τον συνάντησα στο site του couchsurfing, ψιλοετοιμάζοντας μια μελλοντική εξόρμηση στα λημέρια του. Και γνωριστήκαμε και με συγκίνησε κι ομόρφυνε το μεηλ μποξ μου και μου επέτρεψε να μοιραστώ αυτή την ομορφιά μαζί σας. Αν κάποιος μπορεί να βοηθήσει με το ελληνικό του διαβατήριο, ας το κάνει παρακαλώ. Είναι πάντα γιορτή να γυρίζει ο Οδυσσέας στο σπίτι.


Taσεις φυγής
21/09/2006

Έχω ένα σπίτι που με πάει όπου γουστάρω να πάω, που με νταχταρίζει και μ αναπαύει, που μου επιτρέπει να κλείσω τα μάτια στο βουνό και να τ ανοίξω στην πεδιάδα: το λεωφορείο μου.

Το αγαπάω το λεωφορείο μου. Το χω πολύ καιρό και πάει πολύ καλύτερα τώρα απ ότι πήγαινε καινούριο, ίσως γιατί του έχουμε φορτώσει τόσο βάρος με τα χρόνια. Αποδείχθηκε ιδιαίτερα αξιόπιστο: εκτός από καινούρια μηχανή, δε χρειάστηκε καμμία άλλη σοβαρή επέμβαση μες σε δεκαεπτά χρόνια, και μας έχει πάει σε κάθε μέρος των ΗΠΑ και του Καναδά χωρίς ούτε μια φορά να μας αφήσει στο δρομο. Το έχουμε ονομάσει ΜονάδαΈνα (Unit One).

Είναι πραγματικό σπίτι για μένα. Όταν κατεβαίνω από ένα ακόμη αεροπλάνο σε ένα ακόμη αεροδρόμιο, η εικόνα του μεγάλου μαύρου MCI να με περιμένει στη στροφή στέλνει κύματα ανακούφισης στο κορμί μου. Αααχ! Ασφάλεια, οικειότητα, απομόνωση. Επιτέλους ηρεμία. Το κουκούλι μου.

Έχω τον δικό μου χώρο στη Μονάδα Ένα, στη μέση μεταξύ των μπροστινών και των πίσω τροχών, ένας αναπαυτικός για ταξίδι χώρος. Κάθομαι σε ένα τραπέζι με πάγκους κι από τις δυό μεριές, κάτι σαν σεπαρέ εστιατορίου, με την εφημερίδα μου ή το βιβλίο μου – κι η Τζουν κι εγώ καταναλώνουμε απίστευτες ποσότητες υλικού ανάγνωσης, από τη Βίβλο μέχρι βίπερ Νόρα – κι όταν θελήσω να κοιμηθώ, το σεπαρέ γίνεται κρεβάτι.

Ότι μου χρειάζεται το έχω τριγύρω μου: μπάνιο, κουζίνα, ψυγείο, καφετιέρα, στερεοφωνικά, βίντεο και θέσεις για να κάτσει η παρέα. Οι κουρτίνες στα παράθυρα μου επιτρέπουν να κρατάω έξω τον κόσμο ή να τον κοιτάω να φεύγει. Μια ονειροπαγίδα των Νάβαχο και ένας σταυρός της Αγίας Μπριγκίτας με προστατεύουν στον κόσμο που δε μπορώ να δω.

Ο ρυθμός της ζωής στο δρόμο είναι τόσο προβλέψιμος, τόσο οικείος. Είμαι σαράντα χρόνια εκεί έξω κι αν θέλετε πραγματικά να ξέρετε τι έχει αλλάξει εκεί έξω, να σας το πω. Τότε, στα 1957, δεν υπήρχε “Σούπερ Τραγανό”. Έξω απ αυτό, όλα παραμένουν ίδια.

Αυτό ίσως σας δίνει μια ιδέα για το τι είναι πραγματικά σημαντικό στη ζωή σου στο δρόμο και γιατί τα πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ στ αλήθεια. Γίνονται λίγο πιο γρήγορα, κάπως μεγαλύτερα ίσως και πιο άνετα (αν συνεχίζεις να πουλάς εισιτήρια) αλλά πάντα καταλήγεις στις ίδιες παλιές, γνωστές ερωτήσεις: “Που είμαστε;” και “Ποιός έφαγε όλα τα μήλα;” και “Τι σώου θα έχουμε σήμερα;” και “στα πόσα μίλια βρίσκεται το επόμενο παγωτό γιαούρτι;”.

Έχει πλάκα να φαντάζεσαι νεαρούς μουσικούς να ανακαλύπτουν όλα αυτά, να αρχίζουν μόλις να μαθαίνουν έναν κόσμο που θα γίνει κάποτε δικός τους, αν είναι τυχεροί, και θα τους οδηγήσει στον 21ο αιώνα. Όσο για μένα, τάχω ζήσει τόσο καιρό, τα ξέρω τόσο που, όπου κι αν ξυπνήσω στις ΗΠΑ, μόλις κοιτάξω έξω από το παράθυρο του λεωφορείου μπορώ να σου πω που βρίσκομαι με απόκλιση μόλις πέντε μιλίων. Κάποιος μου είπε πως πρόκειται για ταλέντο ανάλογο με εκείνο που χω να θυμάμαι ολόκληρο κάθε τραγούδι που χω ακούσει, ακόμη κι αν το άκουσα μια φορά όλη κι όλη πριν σαράντα ή πενήντα ή εξήντα χρόνια, αλλά δεν πιστεύω ότι πρόκειται για κάτι τέτοιο. Νομίζω πως πρόκειται απλώς για μεγάλη εμπειρία. Όπως λέει και το τραγούδι, έχω πάει παντού, φίλε μου. Από δυό φορές.

Σήμερα είμαι στο Όρεγκον, κατεβαίνω νοτιοδυτικά έξω από το Πόρτλαντ, δίπλα σε κοντινά σκούρα πράσσινα κι απαλά νεφελώδη γκρίζα, στο κουκούλι μου με τον απαλό θόρυβο του λεωφορείου, μες απ τους ανοιχτούς λόφους και τις ευγενικές κοιλάδες της βόρειας Καλιφόρνιας. Ξέρω ακριβώς που είμαι, φυσικά. Σε τούτη τη χώρα είναι τα δέντρα που στο λένε“.

Cash, The Autobiography, του Johnny Cash
εκδ. HarperSanFrancisco, ΗΠΑ 1997,
μετάφραση της ταπεινότητάς μου

The string connection
18/09/2006
(ελληνιστί: το σκοινί κορδόνι)


Σήμερα. Ο Μπάμπης Παπαπαναγιώτου φιλοξενεί στη ραδιοφωνική του εκπομπή τον (κατά δήλωσή του) εκδότη- διασκεδαστή Νίκο Κακαουνάκη. Θέμα τους ο νομάρχης Θεσσαλονίκης, Παναγιώτης Ψωμιάδης, για τον οποίο ο μεσιέ Κακα(χ)ουνάκης* είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

“Επί τόσα χρόνια τρόφιμος των καναλιών και των παραθύρων.. τόση χυδαιότητα…”

Μετά ταύτα, η ταπεινότης μου πάρκαρε στη γωνία, μη και τρακάρω καναν άνθρωπο, έτσι που δεν έβλεπα από τον κλαυσίγελω…

* ετυμολογικόν του Κακαουνάκης : διχάζεται η επιστήμη. Μικρός κακός Ούνος ή τα κακά του μικρού Ούνου. Υποκοριστικόν του Κακαούνος (κακός+ Ούνος – το “χ” στη θέση της δασείας ως και το δεύτερο νι τα έφαγαν οι απλοποιήσεις).

υγ1 Παρακαλώ ας ζητήσει κάποιος από το νομάρχη Θεσσαλονίκης να κάνει ένα κλικ πιο πέρα: αυτή η βαρβατίλα του μας έσπασε τη μύτη!

υγ2 Για όποιον το έχασε: ο Παναγιώτης Ψωμιάδης δήλωσε στον Τερενς Κουίκ, ότι κάτω από το παντελόνι του δε φοράει στριγκάκι (μη και τον μπερδεψουμε με τον Μπεκαμ – ή μήπως νόμισε ότι θα μπερδεύαμε τα οπίσθιά του με του Μπέκαμ; …)

Η εικόνα είναι από εδώ. Όπως σημειώνουν τα τζάνκια, η βότκα Άμπσολουτ δεν έχει σχέση με τη δημιουργία και διανομή της εικόνας αυτής, δε την έχει εγκρίνει ούτε έχει δώσει την άδειά της. Όποιος μερακλής έχει όρεξη, ας ασχοληθεί με το φωτοσοπ.


Ενδεκάτη Σεπτεμβρίου
11/09/2006

Το βραδινό χλιαρό μπανάκι πάντα τον ηρεμεί. Όχι όμως χτες. Χτες είχε αγωνία. “Μαμά, δεν ξέρω γιατί, όμως έχω άγχος. Δε μπορώ να κοιμηθώ.”. Σιωπή περισυλλογής. Κι ύστερα: “Νομίζω είναι η Τετάρτη. Ξέρεις όταν ήμουν μικρός η Τετάρτη μου φαινόταν ουουου… πολύ μεγαλη τάξη. . . Και τώρα θα πάω Τετάρτη!”. Ο τόνος ανεβαίνει γεμάτος αυτοθαυμασμό. Λες και το ότι μεγαλώνει αποτελεί για κείνον τη μεγαλύτερη έκπληξη και το μεγαλύτερο κατόρθωμα του κόσμου. Χαμογελάει για λίγο. Ύστερα το ξανασκέφτεται, ζητάει αγκαλιά και ηρεμεί. Ζητάει της καληνύχτας το φιλί (“το προηγούμενο δε μετράει, ξαναμιλήσαμε!”), κλείνει τα ματάκια και ψιθυρίζει “μη ξεχάσεις να μου πάρεις λάμπα. Καληνύχτα”.

Το πρωί σηκώθηκε από τις έξι και είκοσι. Δε με ξύπνησε. Έβαλε μόνος το πρωινό του. Μεγαλώνει. Πλύθηκε, ντύθηκε μόνος. Φόρεσε την καινούρια στολή. Στο δρόμο για τη στάση του σχολικού, πετούσε. Είχε χαθεί το άγχος, είχαν χαθεί όλα. Ειδικά όταν πέτυχε το φίλο του το Νίκο, αγκαλιάστηκαν κι άρχισαν να συγκρίνουν — τα μπάνια και τα παγωτά. Ενώ ετοιμαζόταν να μπει στο σχολικό, έτρεξε πίσω και με φίλησε. Έχει ψηλώσει τόσο που πια περισσεύει από την αγκαλιά μου πολύ. Μοιάζει αντράκι, μα ακόμη είναι παιδί, ακόμη την αγκαλιά γυρεύει, το φιλί, το μπράβο. Ο θησαυρός μου. Που τώρα έχει διάλλειμμα και πάει να πάρει το πρωτάκι ξαδελφάκι από το χέρι, να τη μάθει που είναι το κυλικείο, που οι τουαλλέτες… “Μην ανησυχείς, θα την προσέχω”.

Καλή χρονιά!

μη ξεχάσω να πάρω μια λάμπα…