|
Αρχείο από October, 2006:
| La suppression du Principe d’ isomérie et sa restauration |
31/10/2006 |
|
Ήταν, νομίζω, ο προσδιορισμός που με έκανε να φέρομαι διαφορετικά όταν ήταν μπροστά ο κύριος Φίλων. Ήταν αυτό το «κύριος Φίλων», κι ότι έπρεπε να τον προσφωνώ έτσι: «Κύριε Φίλων!». Ήταν επίσης που η μαμά τον φώναζε «Φίλωνα» μα του μιλούσε στον πληθυντικό. «Φίλωνα, θα θέλατε λίγο κρασί ακόμη;». Ήταν και που οι αδελφές του δεν είχαν άλλο όνομα ή χαρακτηριστικό. Ήταν μόνον οι αδελφές του κυρίου Φίλωνος. Ή, όπως τις έλεγε η μαμά, «οι αδελφές Βασιλείου». Ήταν, νομίζω, αυτές οι ιδιαιτερότητες μες σε ένα κόσμο που όλοι κι όλες ήταν θείοι και θείες και κυρ- και κυρα-, που κάναν πάντα ξεχωριστούς στα μάτια μου τους Βασιλείου.
Οι αδελφές Βασιλείου.
Το καφέ χαρτάκι-κορνίζα της φωτογραφίας γράφει
“ΦΩΤΟ ΡΙΓΚΟ – ΠΑΤΗΣΙΩΝ 15″.
Σιγά μη καταλάβαινα τι πάει να πει «ο Φίλων είναι στην Ακαδημία» ή, ακόμη χειρότερα, εκείνο το μυστικοπαθές «οι αδελφές Βασιλείου άφησαν τα πάντα για το Φίλωνα. Για χάρη του μείναν ανύπαντρες, να τον φροντίζουν», που έλεγε η μαμά στη θεία Αλεξάνδρα κι η θεία Αλεξάνδρα στη μαμά. Ψιθυριστά πάντα.
Ο κύριος Φίλων. Τρίτος από αριστερά.
Οι Αλεξάνδρες της οικογένειας. Τρεις. Τρία αδέλφια, ο πατέρας, ο θείος Βασίλης κι ο θείος Βαγγέλης, από μία Αλεξάνδρα ο καθένας. Οι δύο που μείνανε – βλέπεις, ο θείος Βαγγέλης χώρισε – ήταν κι οι δύο αρχοντοπούλες στην καρδιά. Κι όχι μόνο. Η θεία Αλεξάνδρα, το γένος Δεκανίκα, που υπέγραφε με το δικό της επίθετο ακόμη και παντρεμένη, ήταν από τη Σιάτιστα. Γυναίκα κατηγορία μόνη της. Μορφωμένη, με σπουδές στη Γερμανία. Ο πατέρας της ήταν από τους καλύτερους, τους ξακουστούς γουνέμπορους. Εβραίος εκχριστιανισθείς, δε γλίτωσε από τους ναζί. Ο αδελφός φυλάει σα θησαυρό την ταυτότητα που συνόδεψε τη φρίκη, το στρατόπεδο συγκέντρωσης, με την φαρδυά πλατειά υπογραφή του γραμματέα της πόλεως Σιατίστης από κάτω… Τη θεία Αλεξάνδρα, διδασκάλισσα, γλωσσομαθή, γυναίκα απελευθερωμένη, ταξιδιώτισσα, τετραπέρατη, τη βασάνισαν, ζητώντας της να ομολογήσει που είχε η οικογένεια το χρυσό. Όταν μεγάλωσε, άρχισε να ανοίγει το σώμα της. Ήταν από τα βασανιστήρια, είπε ο γιατρός. Ως δασκάλα, έμαθα, ήταν μάλλον αυστηρή. Είχε κι εκείνη το …κουσούρι να μη ξεχνά τους μαθητές της. Απ όλους, ο πιο αγαπημένος της σε τόσα χρόνια, ήταν ο Γιάννης Διακογιάννης. «Εξαιρετικό παιδάκι, ευγενέστατο», έλεγε.
Η θεία Αλεξάνδρα, καθιστή, στη μέση, με το ωραίο της καπελίνο
Ο κύριος Φίλων κι οι αδελφές Βασιλείου ήταν φίλοι της θείας Αλεξάνδρας και του θείου Βασίλη κι ύστερα έγιναν “φίλοι μας”. Για την ακρίβεια, γίναν φίλοι του θείου λόγω της οικογενειακής τους φιλίας με τη θεία Αλεξάνδρα. Έχω σωρό φωτογραφίες με τα κορίτσια σε έξοδο, σε εκδρομές. Μοναχές τους! Οι αδελφές Βασιλείου, η θεία Αλεξάνδρα κι άλλη μια φιλενάδα που κανείς δε θυμάται πια.
Ο θείος στον κουρέα, για περιποίηση
Ο θείος μου, ο μεγάλος αδελφός του πατέρα, ήταν άνδρας όμορφος, πάντα προσεγμένος. Ήταν ένας θείος μοσκομυριστός. Δεν χόρταινα τη φρέσκια αγκαλιά του. Όποτε φτάνει στα ρουθούνια μου η πρώτη εκείνη, κλασσική, πάκο ραμπαν, ανατριχιάζω και βουρκώνω. Κανένας δεν ήξερε να βάζει ποτέ κολώνια όπως ο θείος Βασίλης. Όπως πρέπει ακριβώς, όση πρέπει ακριβώς. Στο σπίτι, φορούσε τη ρομπίτσα του, έξω ποτέ δεν τον είδα χωρίς μαντηλάκι ασορτί με τη γραβάτα στο τσεπάκι. Είναι μια φωτογραφία, φοράει λευκό κοστούμι, καταπληκτικά χειροποίητα παπούτσια, ένας κούκλος, την κοιτώ και τον θυμάμαι μεταγενέστερα λευκά λινά κοστούμια, πάντα αστραφτερά – πως τα κατάφερνε; Πως;
Με τη σύζυγο του Νίκου, του αδελφού της θείας Αλεξάνδρας
Ήταν κούκλος και με γούστο ο θείος. Και επαναστάτης με τον τρόπο του. Αγάπησε και νυμφεύθηκε μια γυναίκα δεκαοκτώ χρόνια μεγαλύτερή του, γιατί η αγάπη έτσι είναι κι ο έρωτας είναι άναρχος. Ήταν ερωτευμένοι. Ο Βασίλης κι η δασκάλισσά του που έγινε η Αλεξάνδρα του που έμεινε δασκάλισσά του στην ομορφιά του κόσμου. Ενώθηκαν με έναν έρωτα που δεν κρύβονταν και δεν τον έκρυψαν ποτέ. Ακόμη κι όταν τους χώρισε ο θάνατος. Μέχρι να ξαναβρεθούν. Του έλεγαν οι γονείς να ξαναφτιάξει τη ζωή του, ήταν νέος, κι έτρεχε το δάκρυ στο μάγουλο κι έλεγε “τη θέση της Αλεξάνδρας μου δε μπορεί να την πάρει καμμιά…” Όταν έφυγε η θεία, έτρωγε έξω. Του άρεσε να μας έχει παρέα. Εμένα και τον αδελφό. Στην Αθήνα, μας πήγαινε στο Πάππας, στην Κηφισιά. Στη Θεσσαλονίκη, όπου γνώρισε την αγάπη του, πάντα στο Όλυμπος Νάουσα. Ακόμη κι αν ήταν να πάρουμε πακέτο, θα πηγαίναμε στο Όλυμπος Νάουσα. Κι ύστερα, για καφέ στη δεσποινίδα Θεοπίστη. Που μου έλεγε “βάλε κανένα κιλό πάνω σου κοριτσάκι μου, οι άντρες το θέλουνε το πιασιματάκι, μην κοιτάς τα περιοδικά!”, που μου λεγε “μην καπνίζεις πριν τα 25, δεν είναι σικ”… Που κουτσομπόλευε τα γκαρσόνια του Όλυμπος Νάουσα κι έλεγε πως “αυτόν τον βλέπεις; Αααα, το 1952 έγινε σκάνδαλο, ακούστηκε πως τα είχε με ένα νεαρό της καλής κοινωνίας! Μεγάλο σκάνδαλο!”, κι έδειχνε έναν γέροντα κατάλευκο, σκανδαλωδώς σεβάσμιο.
Τα κορίτσια έχουν έξοδο!
Η θεία Αλεξάνδρα κι ο θείος Βασίλης δεν είχαν παιδιά. Οι αδελφές Βασιλείου κι ο κύριος Φίλων, το ίδιο. Είμασταν τα μόνα αγριμάκια που τριγύριζαν μαγεμένα στην οικία Βασιλείου στην Κηφισιά ή στο διαμέρισμα της Ιωάννου Δροσοπούλου, που μαθαίναμε τρόπους με το ζόρι και που μας κακομάθαιναν, όλοι τους πλην ενός, σε βαθμό κακουργήματος. Από το θείο και τη θεία, θυμάμαι την αγάπη. Τόση αγαπη! Και το μπάνιο στην αυλή με το λάστιχο – η καλοκαιρινή μας ιεροτελεστία! Και τα δωρα που δεν είχε όμοια κανείς – πιο πολύ το «Φωτεινό Παντογνώστη». Κι εκείνη την τελευταία φορά που ήρθε ο θείος να με δει στο σπίτι της Πατρών, στη Σαλονίκη, κι έλειπα, και μου άφησε στην πόρτα καρύδια άσπαστα κι ένα κουτάκι σοκολατένιες ελίτσες – ούτε σημείωμα ούτε όνομα ούτε τίποτε άλλο. Ποιός άλλος θα μου αγόραζε σοκολατένιες ελίτσες και θα θυμόταν πόσο αγαπούσα τον Τρελλαντώνη;
Από τις αδελφές Βασιλείου θυμάμαι την τρυφερότητα (κεντημένη ένα μικρό παράπονο, νομίζω τώρα). Και την πρώτη τρίπατη κασσετίνα (ΓΕΜΑΤΗ!) που είδα ποτέ μου (ΚΙ ΗΤΑΝ ΔΙΚΗ ΜΟΥ!), καρρώ σκωτσέζικο κόκκινο, κόκκινα φερμουάρ, φερμένη από το Παρίσι. ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ! Και του αδελφού του είχαν φέρει μια μοτοσυκλέτα αστυνομική, που είχε τηλεκοντρόλ και το έκανες κι έτρεχε – τηλεκινούμενο εν έτει 1972!
Ο κύριος Φίλων όχι. Δεν έκανε δώρα. Του άρεσε να περπατά έξω, στον κήπο, ή στη φύση, και να συζητά με τους μεγάλους. Νομίζω πως σπάνια συνειδητοποιούσε την ύπαρξή μας. Το μόνο, καμμιά φορά εξέταζε την πρόοδό μας στα μαθηματικά. Σε τίποτε άλλο. Στα μαθηματικά. Πόσο τα αγαπούσε τα μαθηματικά το ξέραμε όλοι, δα. Αφού, αν τύχαινε να πάμε στο σπίτι της Κηφισιάς κι ο κύριος Φίλων να εργάζεται, στα μαθηματικά του, μόνο έξω μας επέτρεπαν – όχι ότι μας πείραζε, ίσα ίσα, μα, μαθαίναμε πως η εργασία του κυρίου Φίλωνος ήταν ιερή και τίποτε – ΤΙ ΠΟ ΤΕ- δεν ήταν πιο σημαντικό απ αυτήν και τα μαθηματικά του.
Η θεία Αλεξάνδρα, έφυγε νωρίς. Νωρίτερα απ ότι έπρεπε. Το κορμάκι της άνοιγε – οι ναζήδες βλέπεις. Η θεία μας, η χειραφετημένη, γοητευτική ποδηλάτισσα, με τα σανέλ της ταγεράκια, το κομψό δίπλωμα της γάμπας, την αδυναμία στα φυστίκια Αιγίνης, έφυγε ανύμπορη. Δεν είχε τον καϋμό μου, μα τον καϋμό του αδελφού. Να τον αφήσουν να ζωγραφίσει – μη και το πιέσουν το παιδί κι είναι ευαίσθητο!
Έφυγε νωρίς, μα άφησε την αγκαλιά της πίσω. Την πιο ζεστή. Είχε μια γούνα που της είχε φτιάξει ο πατέρας της. Την ομορφότερη γούνα του κόσμου. Που τη φοράω πάντα όποτε χειμωνιάζει. Και συγκινούμαι κάθε που, και σκασίλα μου αν είναι «αληθινή» και τι λένε οι ζωόφιλοι κι όποιος δεν καταλαβαίνει και δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει. Είναι η μνήμη της θείας που με τυλίγει και δε μ αφήνει να ξεχάσω την αγάπη. Και που καμμιά φορά μου φαίνεται πως μυρίζει ακόμη μια στάλα πάκοραμπαν από την αγκαλιά του Βασίλη της και γρασίδι από τις εκδρομές με τις αδελφές Βασιλείου και τη φιλενάδα που κανένας δε θυμάται πια.
Στο δρόμο με το ωραίο της ποδήλατο
Χρόνια αργότερα, μαζί με τη Μελίνα μου ιδρύσαμε το περίφημον και τέρμα εξκλούσιβ “Μεγαλοκοπέλλα Club”. Είμαστε μεγαλοκοπέλλες εξ επιλογής όπως κι εκείνες. Οι κόρες που ομόρφαιναν την παιδική μου ηλικία. Οι αδελφές Βασιλείου, η δεσποινίδα Θεοπίστη και η ανεξάρτητη θεία Αλεξάνδρα.
Έχω μια αδυναμία στο γλυκό κρασί. Το τοκάι ή το λημνιό. Είχαν κι εκείνες. Λοιπόν, στην υγεία τους.
Ο τίτλος είναι συγγράμματος που μετέφρασε ο κύριος Φίλων (Βασιλείου), Ακαδημαϊκός και Καθηγητής του Ε.Μ.Π.. Έπεσα κατά τύχη πάνω του προ ολίγων ημερών. Και μύρισε το σπίτι Κηφισιά του 70.
|
|
| Ακόμη θυμάμαι, γιαγιά μου |
28/10/2006 |
|
την 28η Οκτωβρίου, αγκαλιά, το λιτό κρεβάτι της χήρας, το μακρύ φαρδύ νυχτικό, το χάδι στις σφιχτές μου πλεξούδες.. Ακόμη θυμάμαι, γιαγιά μου, να μου μαθαίνεις πως οι πλεξούδες είναι όπλο και κρυφό σχολειό.
“Και τι; τι κάναμαν νομίζεις; ότι καναν όλοι. Μ είχ’ η μάνα μου από δίπλα, κι η πεθερά μου, μια την άλλη να ανεβούμε το βουνό. Ο παππούς σου ήταν στο βουνό, ούτ’ ήξερα που’ταν, τι έκανε, ζούσε δε ζούσε, τα παιδιά είχα στο νου μου, δύο τότε, ποθάναν και τα δυό, ότι παιδί έπιασα στον πόλεμο το ΄χασα. Η μάνα σου ήταν το πρώτο ποζησε, φύγαμε στην Κέρκυρα, μας μάζεψε η νόνα σου, έδωκ΄ο Θεός.
Ο παππούς σου βγηκε από νωρίς στο βουνό. Τον μάθανε κι από την καλή κι από την ανάποδη οι γερμανοί. Δυό φορές ερήμην εις θάνατον τον καταδίκασαν. Ήξερε γράμματα, ήξερε γαλλικά, ιταλικά, αρβανίτικα, ήξερε τον τόπο όσο κανένας. Ήταν γενναίος ο παππούς σου. [...]
Ο ιταλός διοικητής στην Παραμυθιά λεγότανε Ντούκα. Δούκας, έλεγε αυτός. Ότι ήταν από τους Δούκες του Βυζαντίου, έλεγε. Δεν τους χώνευε τους γερμανούς, ούτε τους αλβανοτσάμηδες. Ήτανε τίμιος άνθρωπος. Είχανε στήσει ολόκληρη μηχανή με τον παππού σου. Ο Δούκας έκανε πως χαιρετούσε τη θεία τη Γεωργίτσα στο δρόμο, και της έχωνε σημειώματα στις πλεξούδες. Που θέλανε να χτυπήσουν οι αλβανοτσάμηδες, ποιές οικογένειες είχανε βάλει στο ματι οι γερμανοί… Η θεία σου πήγαινε κι έβρισκε τον παππού, ή κατέβαινε αυτός, έπαιρνε τα μηνύματα από τις κοτσίδες κι ανάλογα άλλαζαν θέσεις οι αντάρτες, ειδοποιούσαν τις οικογένειες που κινδύνευαν, φρόντιζαν να σώσουν τους ανθρώπους...”

Κείνοι που επράξαν το κακό – τους πήρε μαύρο σύννεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
Μ’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένον άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Με πικραμένα μάτια
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο – δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειό μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Μάνα που να ‘χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Χορεύοντας να ‘ χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου![...]
Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μέσ’ στο αίμα
Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει :
Ελευθερία,
Έλληνες μέσ’ στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο :
Ε Λ Ε Y Θ Ε Ρ Ι Α
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος
οι στίχοι του Οδυσσέα Ελύτη. Τα λόγια της γιαγιάκας μου, του συνόρου και του κόσμου. Της γιαγιάς μου που δεν έχει δικό της όνομα πια. Ο Καργάκος θα έλεγε πως ονομάζεται “πατρίς”.
|
|
| "O Johnny Cash τραγούδησε τις ιστορίες ενός ολόκληρου έθνους" |
27/10/2006 |
|
Ο Michael Streissguth, βιογράφος του Τζώννυ Κας, μιλάει στη Μιραντολίνα για το τελευταίο του βιβλίο, Johnny Cash: The biography, και τον ήρωά της.
Οκ. Το ξέρετε όλοι. Ο Τζώννυ Κας είναι ο Τζώνυ που αγαπάω περισσότερο απ όλους τους Τζώννυδες. Είναι οδηγός μου στο ταξίδι ή και πόρτα που ανοίγει στην κοινωνία και σε κοινές συγκινήσεις. Οπότε, η κυκλοφορία της πιο πρόσφατης βιογραφίας του, που την υπογράφει ο Michael Streissguth, αποτελεί είδηση για αυτό εδώ το ευλογ. Ειδικά καθώς ο Michael Streissguth έχει χρόνια που ερευνά και γράφει για το Τζώννυ. Έτσι λοιπόν, τον αναζήτησα. Και τα είπαμε. Είναι λιγόλογος (πολύ! με το τσιγκέλι βρε παιδί μου!)), αλλά βισινόματος. Και αξίζει να μοιραστώ μαζί σας την κουβέντα μας, στην οποία δίνει στο Τζώνυ θέση αντίοστοιχη του Ζινν – κι ανώτερη ίσως, μιας και ο Τζώννυ τα λέει όπως μπορεί να ακούσει η καρδιά ενώ ο Ζινν όπως τα αντιλαμβάνεται ο νους.
Ποια είναι η σχέση σας με τον Τζώννυ Κας, πως ξεκίνησε;
Δεν είχα ποτέ προσωπική σχέση με τον Κας. Ενδιαφέρθηκα ιδιαίτερα για κείνον κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 80, όταν τον συνάντησα λίγο πριν ανέβει στη σκηνή, κάπου στη πολιτεία της Πενσυλβανίας. Είχε πιάσει την κουβέντα, συζητούσε με τρυφερότητα μ ένα γέρο άντρα που είχε δουλέψει στα λιγνιτωρυχεία και στη χαλυβουργία. Εκείνη η πρώτη στιγμή που τον είδα, είναι χαρακτηριστική, κατά τη γνώμη μου, της σχέσης του Κας με τον απλό άνθρωπο – μια σχέση ιδιαίτερα σημαντική στο έργο του.
Γιατί αποφασίσατε να γράψετε το τελευταίο σας βιβλίο; Γιατί χρειαζόταν ακόμη μια βιογραφία, όταν ήδη κυκλοφορούν αρκετές, κι ανάμεσά τους και μία αυτοβιογραφία;
Κάποια στιγμή ένοιωσα ότι είχε αρχίσει να παραγίνεται η μυθοποίηση και ότι είχε αρχίσει να υποκαθιστά την καθαρή ματιά μας πάνω στην ιστορία του Τζώνυ Κας. Γράφοντας αυτό το βιβλίο, ήλπιζα να εντοπίσω τις ρίζες των μύθων γύρω από το πρόσωπό του κι ύστερα να μπορέσω να αντικρύσω τον άνθρωπο πέρα από το μύθο. Ακόμη περισσότερο όταν η μυθοποίηση άρχισε να επισκιάζει την τέχνη του Τζώνυ Κας – ένα κακό που ελπίζω ότι θα προλάβουμε να διορθώσουμε.
Ο Τζώνυ Κας ήταν ένας άνθρωπος με πολλά πρόσωπα. Απ ότι φαίνεται, το τελευταίο απ αυτά διαμορφώνεται τώρα, μετά θάνατον. Πως πιστεύετε ότι θα τον θυμούνται οι ερχόμενοι;
Νομίζω πως ο Τζώννυ Κας θα μείνει στην ιστορία ως ο άνδρας που τραγούδησε τις ιστορίες ενός ολόκληρου έθνους, του αμερικανικού. Αν κι η δημοφιλία του Κας όντως έχει αυξηθεί ιδιαίτερα μετά το θάνατό του, η υστεροφημία του είχε εξασφαλιστεί πολλά χρόνια πριν. Ήταν πάντα ένας ιδιαίτερα σημαντικός τροβαδούρος, που συνέπασχε με τους απλούς ανθρώπους, που νομιμοποίησε τη συμπόνοια και που άλλαξε τον τρόπο που βλέπουν την αμερικάνικη ιστορία τα μάτια των πολλών.
Πόσο κοντά είναι η δουλειά του βιογράφου με τη δουλειά του δημοσιογράφου;
Πιστεύω ότι είναι πάρα πολύ κοντά. Έχω εκπαιδευτεί ως δημοσιογράφος, κι έτσι οι δημοσιογραφικές μου ικανότητες αποδεικνύονται πολύ χρήσιμες όταν ερευνώ και γράφω. Αν κι η βιογραφία πάει αρκετά πέρα από την καθαρόαιμη δημοσιογραφία, ο βιογράφος συνεχίζει να κουβαλάει την ευθύνη του δημοσιογράφου: να στοχεύει στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

|
|
| Στο πλευρό του Αντώνη και του blogme.gr |
26/10/2006 |
|
“Η μήνυση η οποία μου ασκήθηκε θεωρώ ότι θίγει το κύρος και την αξιοπρέπεια μου, τόσο σε προσωπικό και οικογενειακό, όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Η κατάσχεση του σκληρού δίσκου με εργασίες μου και backup αρχεία πελατών μου, οδήγησε στην επαγγελματική μου κατάρρευση (μιας προσωπικής επιχείρησης επιδοτούμενης από πρόγραμμα ανεργίας του ΟΑΕΔ) , με ανεπανόρθωτες επαγγελματικές και οικονομικές συνέπειες. Η αξιοπιστία μου κλονίστηκε έναντι των πελατών μου, καθώς και επιδεινώθηκε και κάποιο προσωπικό μου πρόβλημα, που δεν μπορώ να αναφέρω, και μόνο στις δικαστικές αρχές θα κοινοποιήσω.
Πιστεύοντας ότι η μήνυση εξαπολύθηκε εναντίον του blogme λόγω άγνοιας και λάθους συσχετισμού του με το επίμαχο blog, καθώς και αναγνωρίζοντας το δικαίωμα που παρέχει ο νόμος στον οποιονδήποτε θιγόμενο πολίτη να στραφεί νομικά προς υπεράσπιση του , το Blogme δεν θα προβεί σε καμία νομική κίνηση εντυπωσιασμού η αμυντικού χαρακτήρα, (όπως πχ η ψευδή καταμήνυση), πριν την εκδίκαση της υπόθεσης, παρά μόνο μετά το πέρας αυτής.
Δεδομένου όλων των παραπάνω γεγονότων, που αντικατοπτρίζουν την παρούσα κατάσταση, το Blogme , δεσμεύεται να δημοσιοποιήσει τις λεπτομέρειες και τα πρόσωπα της υπόθεσης στον παγκόσμιο ιστό και στα ΜΜΕ, έπειτα από την ολοκλήρωση των προανακριτικών διαδικασιών και επιφυλάσσεται να ανταπαντήσει με κάθε νόμιμη ενέργεια, μετά το πέρας της εκδίκασης, δια την αποκατάσταση του, επιθυμώντας την λύση να δώσουν τα αρμόδια δικαστήρια”
Δεν ξέρουμε ακόμη πολλά. Αν όμως τα παραπάνω, κι όσα ακόμη γράφονται εδώ αληθεύουν (που όλα δείχνουν ότι αληθεύουν), είμαι στο πλευρό του Αντώνη. Του μόνου που δε θα γελάσει στο τέλος, αν και θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα. Και, επίσης, αν όλα είναι όπως φαίνεται ότι είναι, δηλώνω ότι είμαι στη διάθεση του Αντώνη, αν χρειάζεται μάρτυρες.
|
|
| Ευαγγελική περικοπή |
23/10/2006 |
|
Κυριακή. Άγιος Παντελεήμων Αχαρνών. Γύρω στις 9.30 το πρωί. Μνημόσυνο για τον πατέρα ενός αγαπημένου φίλου κι αδελφού.
Μπαίνουμε από το πλάι, ασπαζόμαστε βυζαντινές φορητές εικόνες πριν μας μπουκώσει χαλασμένα χρώματα η «αγιογραφία» του ναού, πριν μας πονοκεφαλιάσει η κακή ακουστική του. Ο γέροντας που μιλάει αργά και καθαρά για τα δαιμόνια του σύγχρονου κόσμου, μάλλον προσπαθεί να μας προστατέψει από τη μικροφωνική. Και, μαζί προσπαθεί να γίνει κατανοητός από το δίγλωσσο εκκλησίασμα, εκείνους που μαθαίνουν τα ελληνικά τώρα, στη δεύτερη αυτή πατρίδα της ανάγκης.

Αν μπεις από την κεντρική είσοδο του ναού, θα σε υποδεχθούν ο Χριστός μας κι η Παναγιά μας, στα ρώσικα. Δύο παραδοσιακές ρώσικες εικόνες. Αν μπεις από την κεντρική είσοδο θα καταλάβεις πως η εκκλησία αλλάζει, ομορφαίνει, ποικίλλεται, από κορίτσια με μαντήλι όμορφα δεμένο στα μαλλιά, κατά την παράδοσή τους, από μωράκια που τρεχαλίζουν μιλώντας τα πρώτα τους ελληνικά σε μαμάδες που τους απαντούν στα ρώσικα, από μεσόκοπες γυναίκες, κουρασμένες, με χέρια σκαμμένα από το χλώριο, που μόνο εδώ μπορούν να ξαποστάσουν την ψυχή τους, απο άνδρες ξανθούς, δεμένους, που κρατούν τα μάτια χαμηλά.
Τελειώνει η λειτουργία, μοιράζεται αντίδωρο, τελειώνουν τα μνημόσυνα. Βαδίζουμε να ασπαστούμε τις εικόνες ένα γύρο. Πίσω, στο μισοσκόταδο πλάι στην κυρία είσοδο, δυό βήματα από την ρούσσα Παναγιά, ένας νεαρός ιερέας, ρωσάκι κλαράκι μες στο καινούριο ράσο του, παρηγορεί μια μάνα μεγάλη, σκυμμένη, διπλωμένη στα δυό, γίνεται φωτιά και παράκληση για χάρη της. Η γυναίκα τον ευχαριστεί κι ύστερα ανοίγει και κοιτάει την αριστερή της παλάμη, έχει μέσα λίγα ευρώ και λεπτά, ψάχνει με το δεξί της χέρι, ξεχωρίζει στην άκρη λίγα κέρματα, να τα δώσει στον ιερέα της. Εκείνος της κάνει νόημα όχι, Όχι, στρίβει απότομα και πάει να φύγει, μα η γυναίκα τον αρπάζει ικετευτικά από το ράσο, τον οβολό της να δώσει για όποιον έχει ανάγκη – δεν μπορεί να της το αρνηθεί!
Είμαστε χριστιανοί πολυτελείας, σκέφτομαι. Παράδοση και χορωδίες και αγιογραφήσεις ο πόνος κι ο καϋμός μας. Κι ο Θεός να δώσει αυτός να μείνει, δηλαδή, γιατί είμαστε αδύναμοι άνθρωποι, φτυνήνανε οι πλάτες μας και δεν αντέχουν καν το βάρος της κοινωνίας… Ο Θεός, που φροντίζει η αχάριστη εγώ να παρακολουθήσω live in a church near me την αλήθεια της παραβολής.
Κυριακή. Άγιος Παντελεήμων Αχαρνών.
Είναι ωραία που βρεθήκαμε, αδελφοί μου.
|
|
|
 |
|