Ιστολόγιο | Επιλογές | Αρχείο | Κείμενα | Φαρμακεία | Ταυτότητα

Αρχείο από April, 2007:


Gracias, maestro!
27/04/2007

Στη μνήμη του, στο δάσκαλο, στη μουσική και στο Γιάννη, για να με σχωρέσει που δεν πρόλαβα να στείλω μεηλ την αγάπη πάλι – κι ας προλαβαίνει εκείνος πάντα

Πρέπει να ήταν το ‘87. Δεν είμαι σίγουρη. Μπορεί το ‘89. Μία από τις πρώτες μας φορές στη Βαρκελώνη μου, που και τότε δεν τη χόρταινες και τώρα, ένα απ’ τα πρώτα μας ταξίδια στο εξωτερικό, έρωτας μεγάλος, μνήμη ιερή. Na σου πω, μη ξεχάσω, η κλασσική δεν είναι η μουσική μου, πλην του Λούι της καρδιακής ακοής και του Φρέντυ της αρρώστειας του έρωτα, άντε και του λοχαγού Κιγιέ, ο γιέ, κι αυτού γιατί οι αγαπημένοι επέμειναν κι έτσι αγάπησα, μαναμ’, αγάπησα κι εγώ. Είμασταν που λες στη Μπάρτσα μας, προ ολυμπιακών και καταστροφών, το σούρουπο μας εύρισκε στο πάρκο μόνους, να κυνηγιόμαστε με τα ξωτικά και να μιλάμε σιγανά με όμορφα αστραλέζικα αγόρια, το βράδυ, το πρωί, το μεσημέρι μας έτρωγαν οι δρόμοι, μα το πρωί, το βράδυ, το μεσημέρι, τα τσούρος ή ο καφές ή η σοκολάτα μας σερβίρονταν στο καφέ ντελ οπερά. Στη ράμπλα.όποιος την πόλη γνώρισε το ξέρει. Εκεί που οι τουρίστες χαζολογάνε τις καταλανές με τα μακρυά, γεροδεμένα πόδια και τα μελαχροινά αγόρια με το κορμί μαχαίρι, εκεί τη νύχτα βγαίνουν τα κορίτσια για πελάτες, ακουμπισμένα στις αρχαίες πέτρες, το πόδι προτεταμένο, όπως στις ζωγραφιές της χάρτινης τέχνης, με το μέηκ απ βαρύ – κάποτε όχι – τα μίνι, το δίχτυ, τα στερεότυπα του ξωφλιμένου κόσμου που αγοράζει ανθρώπους και κάνει και παζάρι χωρίς να κοκκινίζει.

στη ράμπα, λοιπόν, στο καφέ ντελ οπερά, το αρ νουβώ, με τους καθρέφτες, στο τραπέζι στο βάθος δεξιά, όταν δεν εύρισκα -και συνήθως δεν εύρισκα- τραπέζι έξω -δυό όλα κι όλα-, έγραφα κι έστελνα στον ΗΧΟ τη στήλη.

εκείνο το βράδυ βρήκαμε τραπέζι έξω. ο αδελφός με ακουμπισμένη την παλιά Ζενίτ στο στήθος κοιτούσε – όπως κοιτούν όσοι γνωρίζουν να κοιτούν – εγώ έγραφα, ήτανε μία ή δύο το πρωί, θα σε γελάσω, έγραφα όταν άρχισε η φασαρία, η γιορτή, το χειροκρότημα, και τα άφησα όλα, τα χαρτιά, την μικρή μου ολοκόκκινη φορητή μπράδερ, σήκωσα το βλέμμα, ο αδελφός σήκωσε τη μηχανή, να απαθανατίσει το Μαέστρο στη μέγιστη αποθέωση

το Μαέστρο που, αφού είχε φύγει το κοινό που ‘χε την ευτυχία να τον χαρεί, αφού χάρηκε την λεπτότητα του κτιρίου και την οσμή των άνθεων φαντάζομαι, στο μεστό λουλούδια καμαρίνι του φαντάζομαι, είχε βγει από την όπερα απέναντι, είχε βγει στο δρόμο ήρεμος νόμιζε, μόνος κι ήσυχος νόμιζε, να χαρεί τη πόλη χωρίς φανφάρες νόμιζε

μα η πόλη ποτέ δεν κοιμάται κι ας νόμιζε κι έτσι τον είδαν τα κορίτσια, τον αναγνώρισαν οι πουτάνες, αυτές οι πόρνες της Βαρκελώνης της κλασσικής και του Πικάσσο κι άρχισαν να χειροκροτούν και να τον πλησιάζουν οι πρώτες κι ύστερα κι άλλες κι άλλες και ένα κορίτσι μεγαλόσωμο, δίμετρο, ζουμπουρλούδικο, με στήθη ολόλευκα δεν άντεξε και τα έγδυσε μπροστά του, δωρεάν, ωσάν αυτή που έλαβε, κι έτσι μαζευτήκανε καμμιά εικοσαριά πόρνες να χειροκροτούν και τότε τρεις τέσσερις τον πιάσανε και τον σηκώσανε στα χέρια, τον χαμογελαστό, ευτυχισμένο Μαέστρο που ολοφάνερα το απολάμβανε και το τσέλο του, για το οποίο στιγμή δεν ανησύχησε -μονάχα εγώ γαμώ τον μικροαστισμό που με πιάνει ώρες ώρες, μονάχα εγώ ανησύχησα μη του το κλέψουν, μα εκείνος ήξερε, κι έτσι διέσχισε τη ράμπλα, ψηλά, στα χέρια των πορνών της ράμπλας, με τα χειροκροτήματα τα τους και τα μας, με το τσέλο γυροβολιά και τους που τον συνόδευαν να χαμογελάν και να ακολουθούν σε κάποια απόσταση το χορικό της ράμπλας.

Ψάχνω τις φωτογραφίες μα δεν τις βρίσκω. Θα ξαναδώ, να τις βρω, να τις ανεβάσω. Νομίζω, ήμουν παρούσα σε μία από τις πιο όμορφες νύχτες του κόσμου και του Ροστραπόβιτς.


Τα παρεάκια μου
26/04/2007

Από όταν άλλαξε πολύ ο Σκάης, κόβω βόλτες στα εφεμ. Το ραδιόφωνο… Κόλλημα. Η αλήθεια είναι ότι την τηλεόραση την έχω βαρεθεί. Τι να δεις; Ντιβιντι κι άγιος ο Θεός. Κάνω και πλάκες της αγάπης μου, βάζω το ντιβιντι στην τσαντα του ψωμιού. Άρτος και Θεάματα. Ξέρω, πάλι γελάσατε..

Που ήμουν, όμως; Α, ναι. Το ραδιόφωνο. Λοιπόν, μου λείπει ο παλιός ο σκάης. [Και η κυρία Μπουγάτσου, που είναι κόσμημα]. το ραδιόφωνο και τα παρεάκια μου…

Πρώτον: τα δυό τρελλά αγόρια στον Αντέννα, που επτά το πρωί με κάνουν να χαμογελάω και να χαίρομαι την αρχή της μέρας μου. Και με κουλτούρα – Μπακογιαννόπουλος και βάλε! Δεν άκουγα ποτέ τόσο πρωί ραδιόφωνο. Μα, χάριν του νέου αυτοκρατορικού σχολικού, στη στάση του οποίου πάμε με το τουτού, μπήκε στη ζωή μου το τρομερό δίδυμο των αδιάβροχων. Και για τα καλά! Είναι τόσο καλοί, οι άτιμοι, που μετά το σχολικό, αντί να πάω κατευθείαν στο κρεβατάκι μου, για μιά ωρίτσα ακόμη, βάζω το ραδιόφωνο στο σπίτι και αρχίζω τις δουλειές. Ωραιότατοι! Να ταν και παόκια..

Από όσα αγάπησα στο σκάη, παρόντες η Γκίζα κι η Ελληνοφρένεια. Ελληνοφρένεια ίσον η καλύτερη εκπομπή της ελληνικής μπάντας. Πετάει η ομάδα – ειδικώς ο λαός.


Συ λαέ βασανισμένε…
20/04/2007

μη ξεχνάς ποιοί ήταν πάντα οι προσκυνημένοι. Αλλά και να ξεχνάς, δεν πραζ, όλο και κανα πρωτοσέλιδο απ’ τα παλιά, μετά Κούδα ή άνευ, θα στο θυμίζει…


I’d like to introduce you to…
19/04/2007

Τραγουδάει πιο αληθινά κι από το χαμόγελό της, αν το πιστεύεις. Και βρίσκει την Αθήνα όμορφη – δη άι οβ δη μπηχόλντερ, δηλαδή. Τα ελληνικά της φέρουν την ομορφιά της επιλογής, μα προτίμησε τα μητρικά αγγλικά για να μας δείξει την πόλη που αγαπάει πιο πολύ από μας. Να σας συστήσω ένα εξαίρετο κορίτσι:

http://athensneighbourgoods.blogspot.com/

Welcome, Darling, and Keep Up the Good Work!


Εικοσιδύο και δύο
16/04/2007

Ήτανε χινόπωρο π’ αντάμωσα
ώριο παληκάρι και το λάβωσα
σε πολέμου μπόρα και κακή μαλιά
κι είχ’ η γης στρωσίδι κάμει με κορμιά
κι ήβγαιν’ απ’ τ’ αχείλι το βερτζί μιλιά
που μου μαχαιρώνει χρόνια την καρδιά.

Είναι σκληρός άνθρωπος. Καμμιά φορά δεν πίστευα πως μπόρεσε να αγαπήσει ποτέ κανέναν – αυτά όταν πέρασε η εβδομάδα των παθών και της τύφλωσης, έρωτά μου. Ήτανε άνθρωπος σκληρός κι αδάκρυτος. Κανόνα τον κανόνα, μπας και σπάσει το δάκρυ στην κόχη κι ευλογηθεί η γης της μετάνοιας το νερό. Ήταν σκληρός άνθρωπος. Κι ακόμα, ποτέ δεν καθόταν να δει μαζί μου τις ειδήσεις.Έτρεφε βαθιά περιφρόνηση γιά την ενημέρωση και βαθιά πίστη στην επιστήμη. Μπορούσε να περνά ώρες με τον Τσαντρασεκαρ μα δεν άντεχε ούτε πέντε λεπτά τη Χούκλη.

Είχε κάποιους δασκάλους που τους αγαπούσε πολύ. Τον Ξανθόπουλο, τον Τραχανά, τους κρητες του. Όσους είχαν τα ίδια μυαλά, νομίζω, μα στον υπερθετικό. Του χρωστάω που μου σύστησε το Φέυνμαν, τον Τσαντρασεκαρ, τον ΑμπουΣαλαμη μου τον θεόσταλτο – όλα εκείνα τα μαγεμένα αγόρια ενός κόσμου που φωτίζεται απ’ τα μάτια τους. Κι αυτός χρωστά στην Κρήτη, στο Γιάννη και στους Χαϊνηδες – αυτό το φυσικό της Κρήτης αχ!

Θε μου σαν ποθάνω κάμε με δεντρό
και παρέκει βρύση με κρυγιό νερό
νά ‘ρχουνται οι έμορφες να λούζουνται
και στον ασκιανό μου να δροσίζουνται.


Να περάσει μιάν αυγή κι η π’ αγαπώ
ξωτικό να κόψει και γλυκύ καρπό
κι ο καρπός να βγάλει όνειρου καημούς
να γεμίσει ο κόσμος αναστεναγμούς.
Και στη βρύση μαγικό νερό να βρει
του καημού να σβήσει το θαμπό κερί
να τη δω να φεύγει να μακραίνεται
δίχως αναμνήσεις να πικραίνεται.

Δε θυμάμαι για ποιο λόγο. Δεν ήταν κάτι σοβαρό. Όμως κείνη τη μέρα κάθησε να δει ειδήσεις μαζί μου. Κάθησε να δει τις ειδήσεις! Και τα χείλη των ασεβών ελάλησαν το φόνο. Ο Πνευματικός κι ο Ξανθόπουλος. Ράγισε. Που σου, σκληροκαρδία, το κλέος; Ράγισε. Έπεσε από τον καναπέ μπροστά, στα γόνατα κι άρχισαν δάκρυα να κυλάνε από τα μάτια του. Δεν είχα δει ποτέ ξανά τα δάκρυά του. Ούτε θα τα ξανάβλεπα. Ράγισε. Κι όταν άρχισα να λέω τις μπαναλιτέ της παρηγόριας, ο πόνος του ολόφωτος κι αληθινός ξεχύλισε από το ρήγμα της ζωής, μουρμουρητό ξανά και ξανά:

Δεν καταλαβαίνεις… Δεν είναι μόνο που χάθηκε το Νόμπελ της Ελλάδας, εδώ ολόκληρος Τσαντρασεκαρ ερχόταν εδώ τζάμπα για χάρη του, είναι που οι φοιτητές που θα έρθουν δε θα τον γνωρίσουν ποτέ.


Τίναξε το χέρι μου, έμεινε στη μοναξιά της μόνης αγάπης στη ζωή του. Να μουρμουρίζει

Δεν καταλαβαίνεις, άσε με, δεν καταλαβαίνεις…

Μά ‘τανε θολούρα και απόβραδο
κι ο Θεός δεν είδε στο ματόκλαδο
πού ‘χε κρουσταλλιάσει ένα δάκρυ του
λύπηση γεμάτο απ’ την αγάπη του.
Μα τον εσυμπόνεσ’ ένα νέφαλο
κόκκινο και τού ‘ριξε προσκέφαλο
μιά βροχή που ξέπλυνε τη λύπηση
κι έμεινε η ρίμα και η θύμηση.

Κάθε φορά που ο θάνατος σκεπάζει βαρύς τα πανεπιστήμια, το θυμάμαι. Κάρφος και έλεος. Ο Θεός ας αναπάψει τις ψυχές τους που ξέχασαν τον κόσμο, που ονειρεύτηκαν τα αστέρια, που ονειρεύτηκαν τη λύτρωση, το φάρμακο, τη γνώση και την παραμυθία του κόσμου του αυριανού και του καλύτερου – Αμήν…

Στις ψυχές που χάθηκαν σήμερα απ’ την παράνοια και τη φρίκη που γεννά ο μη κόσμος, το λάθος καπιταλισμός. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τους σκεπάσει.