|
Η Barbara Ehrenreich είναι αμερικανίδα δημοσιογράφος, η οποία δέχθηκε, προ ολίγων ετών, την πρόκληση του διευθυντή της, στο περιοδικό Harper’s Bazaar και μπήκε στην αγορά εργασίας της χώρας της ως ανειδίκευτη εργάτρια, επιδιώκοντας να καταγράψει πως ζουν και πως τα βγάζουν πέρα, αν τα βγάζουν πέρα, οι εργάτες στις ΗΠΑ.
Ο λογος για το 20- 25% της εργατικής δύναμης, το οποίο εργάζεται με αμοιβή κάτω των επτά δολαρίων (5,4 ευρώ) την ώρα – μάλιστα το 10% της εργατικής δύναμης των ΗΠΑ εργάζεται με αμοιβή κάτω των 6.05 δολαρίων την ώρα. Πάντα ανασφάλιστοι, φυσικά. Η δημοσιογράφος κατέγραψε την εμπειρία της ως χαμηλόμισθη εργάτρια στο βιβλίο της “Πενταροδεκάρες – Πως να (μην) τα βγάλεις πέρα στην Αμερική” [Nickel and Dimed - On (Not) Getting By in America].
Συγκλονισμένη από το βιβλίο, μετάφρασα κάποια αποσπάσματα για το τελευταίο τεύχος του περιοδικού ΑΡΔΗΝ. Δε χωρούν όλα σε ένα ποστ, βέβαια. Ας είναι – έστω αυτά που χωρούν.

“Εκείνο που δεν συνειδητοποιείς όταν αρχίζεις να πουλάς το χρόνο σου με την ώρα, είναι ότι αυτό που πουλάς είναι η ίδια σου η ζωή”.
“Το αληθινό ερώτημα δεν είναι πόσο καλά τα πήγα στη δουλειά, αλλά πόσο καλά τα πήγα στη ζωή γενικώς, που περιλαμβάνει την διατροφή και την διαμονή μου. Το γεγονός ότι αυτά τα δύο αποτελούν διαφορετικά ερωτήματα, οφείλω να το υπογραμμίσω αμέσως. Στους φανφαρονισμούς των πολιτικών περί αλλαγών στην κοινωνική πρόνοια, ακούμε και μαθαίνουμε πως μία δουλειά είναι ένα εισιτήριο απομάκρυνσης από τη φτώχεια και ότι το μόνο που φταίει για την ύπαρξη ανθρώπων που ζουν από τα επιδόματα της πρόνοιας είναι το γεγονός ότι όλοι αυτοί δε βγαίνουν στην παραγωγή, δεν πιάνουν μια δουλειά.. ε λοιπόν έπιασα μια δουλειά, κάποτε έπιασα και παραπάνω, αλλά οι βαθμοί μου στο πεδίο της επιβίωσης είναι πολύ κατώτεροι από αυτούς που πέτυχα ως καλή εργαζόμενη. Στα μικρά πράγματα ήμουν πολύ οικονόμα. Δεν έβγαινα βόλτες για ψώνια, δεν αγόρασα καλά ρούχα ή άλλα πράγματα που συνήθως υποσκάπτουν το εισόδημα του φτωχού. Με το φαγητό, τα κατάφερα σχεδόν άριστα: πολύς κιμάς, φασόλια, τυρί και νουντλς όταν είχα κουζίνα – αλλοιως φαστ φουντ που κατάφερα να το κρατήσω στα εννιά δολάρια τη μέρα.[...] Αλλά, ακόμη κι έτσι, το να μείνω κάπου ήταν πάντα ένα μεγάλο πρόβλημα”
“ότι κι αν υποστηρίζουν οι οικονομολόγοι (για την ωρομίσθια αμοιβή), γεγονός είναι πως οι εργοδότες αποφεύγουν τις αυξήσεις, ακόμη και αυτές που φαίνονται αναπόφευκτες, με ότι κόλπο μπορεί κανείς να φανταστεί. Είχα την ευκαιρία να το συζητήσω με ένα από τα δικά μου αφεντικά. Παραπονιόταν πως, αν έβρισκε αρκετούς εργάτες θα διπλασίαζε τις δουλειές του εν μία νυκτί. Τον ρώτησα γιατί δεν αυξάνει την αμοιβή. Ήταν σαν η ερώτηση να πέρασε και να μη τον άγγιξε. “Μα προσφέρουμε ωράριο μητέρας” μου απάντησε, εννοώντας ότι θεωρητικά για όσες είχαν παιδιά η βάρδια τελείωνε στις τρεις. “Με κάτι τέτοιο, πως μπορεί κανείς να παραπονιέται για τα λεφτά;”. Πιστεύω πως το τζάμπα πρωϊνό – ντόνατς και κουλούρια- που μας προσέφερε, ήταν η μόνη υποχώρηση προς τους εργάτες του που θα έκανε ποτέ.Ομοίως, το Γουόλ Μαρτ (σσ μεγάλη αλυσίδα σουπερ μάρκετ) στα οποία εργάστηκα, προσέφεραν μία φορά την εβδομάδα τζάμπα ντόνατς στους εργαζόμενους, υπό τον όρο ότι θα έκαναν το διάλειμμα τους την ώρα που μοιράζονταν τα ντόνατς. Όπως είχε αποδείξει και έρευνα του Louis Uchitelle στους New York Times, οι περισσότεροι εργοδότες είναι έτοιμοι να προσφέρουν ότι μπορούν να φανταστούν – γεύματα, δωρεάν μεταφορά, εκπτώσεις για το προσωπικό – αρκεί να μη δώσουν αυξήσεις. Κι αυτό γιατί, όπως ομολογούν, όλα αυτά μπορείς να τα πάρεις εύκολα πίσω, αν οι αλλαγές στην αγορά δημιουργήσουν τις συνθήκες. [...] και γιατί οι εργαζόμενοι δεν αντιδρούν, ζητώντας καλύτερη αμοιβή ή αναζητώντας καλύτερα αμειβόμενες δουλειές;
Το συμπέρασμα πίσω από το νόμο της αγοράς και της ζήτησης, όπως αυτός εφαρμόζεται στην εργασία, είναι πως οι εργάτες θα μπουν στη σειρά σαν μπίλιες πάνω σε κεκλιμένο επίπεδο, πηγαίνοντας προς τις πιο καλοπληρωμένες δουλειές, είτε εγκαταλείποντας τους απείθαρχους εργοδότες πίσω είτε υποχρεώνοντάς τους να πληρώσουν. “Το οικονομικό υποκείμενο”, αυτή η αφηρημένη κατασκευή της επιστήμης των οικονομικών, υποτίθεται ότι θα κάνει τα πάντα, εντός συγκεκριμένων ορίων, για να μεγιστοποιήσει τι οικονομικό του πλεονέκτημα.
Μπερδευόμουν, αρχικά, από αυτή την έλλειψη δράσης εκ μέρους των συναδέλφων μου εργατών. Γιατί δεν εγκατέλειπαν αυτή εδώ για μία πιο καλοπληρωμένη δουλειά; Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν περισσότερες τριβές από τις μπίλιες, κι όσο φτωχότεροι είναι, τόσο πιο πολύ περιορίζεται η δυνατότητά τους για μετακίνηση. Οι άνθρωποι που δουλεύουν με χαμηλό μεροκάματο και δεν έχουν αυτοκίνητο συνήθως εξαρτώνται από κάποιον συγγενή να τους πάει στη δουλειά και να τους παραλάβει, κάποτε σε μια διαδρομή που περιλαμβάνει και στάση σε παιδικό ή σχολείο ή στο σπίτι της μπέιμπυ σίττερ. Αλλάζεις, δηλάδή, τόπο εργασίας και βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα τεράστιο τοπογραφικό πρόβλημα ή, στην καλύτερη περίπτωση, έναν απρόθυμο οδηγό να πείσεις. Για όσους έχουν αυτοκίνητο, υπάρχει πάντα το ζήτημα της τιμής της βενζίνης, για να μην αναφερθώ στη γενικότερη φασαρία για την εύρεση εργασίας, που είναι βέβαια πολύ πιο επαχθής για τους μη έχοντες αυτοκίνητο, που απαιτεί πολλές μετακινήσεις, υποβολή πολλών αιτήσεων, συνεντεύξεις, επισκέψεις σε ιατρεία για να υποβληθείς στο τεστ για ναρκωτικά (σσ υποχρεωτικό σε πολλές δουλειές, στις ΗΠΑ). Κι από πάνω, είναι η απροθυμία να αλλάξεις το διάβολο που ξέρεις με το διάβολο που δεν ξέρεις, ακόμη κι αν ο δεύτερος κουνάει μπρος στη μύτη σου καλύτερη ωρομίσθια αμοιβή. Σε κάθε νέα δουλειά χρειάζεται να αρχίζεις από την αρχή, άγνωστος μεταξύ αγνώστων.
Κι είναι και κάτι ακόμη στο οποίο οι εργάτες χαμηλών εισοδημάτων διαφέρουν από το “οικονομικό υποκείμενο”: για να δουλέψουν οι νόμοι της οικονομίας, πρέπει οι παίχτες να είναι καλά πληροφορημένοι για τις επιλογές που έχουν. [...] Ο χαμηλά αμειβόμενος δεν ξέρει τι παίζει στην αγορά. Έχει οδηγό μόνο τις χειρόγραφες επιγραφές που ζητούν εργάτες και τις αγγελίες, κι όλα αυτά ποτέ δε γράφουν πάνω την αμοιβή. Οι πληροφορίες για το ποιός πληρώνει τι και που, εδώ θα πρέπει να ταξιδέψουν στόμα με στόμα και για ανεξήγητους πολιτιστικούς λόγους αυτή είναι μία πολύ αργή διαδικασία που δεν μπορείς και να την εμπιστευθείς. [...]
Υπάρχει ένας κώδικας σιωπής στις κοινωνίες μας. Ομολογούμε τα πάντα – σεξ, έγκλημα, αρρώστεια, αλλά κανείς δε θέλει να πει πόσα βγάζει και πως τα βγάζει. Το ταμπού αυτό είναι κάτι στο οποίο οι εργοδότες μπορούν πάντα να υπολογίζουν. Και μάλιστα είναι ένα ταμπού που δουλεύει πολύ πιο αποτελεσματικά στους χαμηλά αμειβόμενους, γιατί σε μια κοινωνία που διαρκώς χαίρεται για τους εκατομμυριούχους των νέων τεχνολογιών και τους πολυεκατομμυριούχους αθλητές της, οι άνθρωποι που βγάζουν επτά ή το πολύ δέκα δολάρια την ώρα νοιώθουν εγγενώς κατώτεροι. Κι έτσι μπορεί να μη μάθουν ποτέ ότι, ας πούμε, το κατάστημα Τάργκετ λίγο πιο κάτω πληρώνει καλύτερα από το Γουόλ Μαρτ, ακόμη κι αν δουλεύει η νύφη τους στο Τάργκετ. Και, φυσικά, οι εργοδότες κάνουν ότι μπορούν για να κρατούν σε αυτή την κατάσταση τους εργάτες”.
“Όταν ένας από μας ένοιωθε ναυτία ή δεν άντεχε άλλο, κάποιος θα φρόντιζε το τραπέζι ή θα κουβαλούσε τα πιάτα που αντιστοιχούσαν. Αν κάποιος από μας έβγαινε κρυφά για να καπνίσει ή να ουρήσει, οι υπόλοιποι βάζαμε τα δυνατά μας για να μη γίνει αισθητή η απουσία από τα όργανα της τάξεως του εταιρικού ορθολογισμού.
Ως τον Απρίλιο του 1998, δεν υπήρχε επισήμως δεκτό και νομοθετημένο το δικαίωμα στο διάλειμμα από την εργασία για τη χρήση της τουαλέτας. Σύμφωνα με τους Μαρκ Λίντερ και Ίγκριντ Νιγκάρντ, συγγραφείς του Void Where Prohibited: Rest Breaks and the Right to Urinate on Company Time (Cornell University Press, 1997) “το δικαίωμα να επισκεφθείς την τουαλέτα, για να ουρήσεις ή εκκενώσεις, σε χρόνο εργασίας, δεν βρίσκεται ψηλά στη λίστα των κοινωνικών ή πολιτικών θεμάτων που στηρίζουν ή ζητούν οι επαγγελματίες ή τα στελέχη, όσοι δηλαδή απολαμβάνουν δικαιώματα που η εργατική τάξη ούτε να τα ονειρευτεί δικαιούται. … (Στην έρευνά μας) οι εργάτες έμεναν κόκκαλο από την απλοϊκή πίστη όσων είναι έξω από το χορό και νομίζουν πως οι εργοδότες τους επιτρέπουν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους για να πραγματοποιήσουν βασικές σωματικές ανάγκες. Μία εργάτρια εργοστασίου, στην οποία απαγόρευαν την επίσκεψη στην τουαλέτα, καθ’ όλη τη διάρκεια της εξάωρης βάρδιας της, εκκένωνε πάνω σε πανάκια που φορούσε κάτω από τη στολή της. Μία δασκάλα νηπιαγωγείου σε σχολείο χωρίς βοηθητικό προσωπικό έπρεπε να σέρνει και τα είκοσι παιδάκια μαζί της στην τουαλέτα και να τα βάζει στη σειρά έξω από την τουαλέτα, ενώ έκανε την ανάγκη της”.
“Στο νέο τρόπο εφαρμογής του νόμου της αγοράς και της ζήτησης, οι δουλειές είναι τόσο φτηνές -ειδικά αν τις μετράς με την αμοιβή – που οι εργάτες ενθαρρύνονται να πάρουν όσο περισσότερες μπορούν”“Ίσως είναι η κακά αμειβόμενη εργασία που σε κάνει να νοιώθεις σαν παρίας. Όταν βλέπω τηλεόραση τρώγοντας το βραδυνό μου, βλέπω ένα κόσμο στον οποίο όλοι βγάζουν πάνω από 15 δολάρια την ώρα, και δε μιλάω για όσους λένε ειδήσεις. Οι κωμωδίες και τα δράματα έχουν ήρωες σχεδιαστές μόδας και δασκάλους και δικηγόρους, κι εύκολα ο εργαζόμενος σε ένα φαστ φουντ ή στη λάτζα νοιώθει ως ανωμαλία ενώ τα βλέπει – ο μόνος, ή ένας από τους ελάχιστους που μείναν έξω από το πάρτυ. Και κατά κάποιο τρόπο έχει δίκηο: οι φτωχοί έχουν εξαφανιστεί από την κουλτούρα μας γενικά, από τις πολιτικές ρητορείες και τις αναζητήσεις των διανοουμένων, αλλά κι από την καθημερινή μας διασκέδαση. Ακόμη κι η θρησκεία μοιάζει να μην έχει τίποτε να πει για τη δυστυχία των φτωχών. Οι έμποροι τα κατάφεραν και πέταξαν το Χριστό έξω από το ναό.”
Barbara Ehrenreich ¨Nickel and Dimed – On (Not) Getting By in America”, εκδ. Metropolitan Books, Νέα Υόρκη, 2001.
O φίλτατος Π. με ενημέρωσε μόλις ότι το βιβλίο της Έρενράιχ έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τα Ελληνικά Γράμματα το 2004 (μτφ Ντέπη Ταχίνη) κι έχει τον ελληνικό τίτλο “Με πενταροδεκάρες”. Τον ευχαριστώ και το σημειώνω – γιατί δεν το είδα ποτέ αυτό το βιβλίο στα ελληνικά, δεν ξέρω…
|