Ιστολόγιο | Επιλογές | Αρχείο | Κείμενα | Φαρμακεία | Ταυτότητα

Αρχείο από September, 2007:


"Hello, I’m Johnny Cash"
11/09/2007

Ah, I’d love to wear a rainbow every day,
And tell the world that everything’s OK,
But I’ll try to carry off a little darkness on my back,
‘Till things are brighter,
I’m the Man In Black.

Εκοιμήθη την 12η Σεπτεμβρίου 2003.


Μια παλιά κουβέρτα
10/09/2007

Σκέφτομαι τι να φορέσω. Και πως θα πάμε, και πόση ώρα χρειαζόμαστε και ποιός θα είναι κει – στις χαρές. Σκέφτομαι πριν δω τα γυαλιά στο δρόμο και το μηχανάκι και το ανακριτικό της τροχαίας. Πριν μαζευτούνε – είναι κάθε μέρα εδώ, στη γωνία-, πριν έρθουν να αποχαιρετήσουν. Μες στην νύχτα που, σκέφτομαι, ήρθε δροσερή επιτέλους. Σκέφτομαι ως αθάνατη σκέφτομαι αμαρτάνω και θεώνομαι. Δεκαπέντε και εικοσιδύο. Τους αφήνουν μπάλλες και σημειώματα και ζωγραφιές και στολίζουν τα μελό εφηβικά τους σημειώματα με καρδούλες, λουλουδάκια, το όνομά τους με κεφαλαία. Η μηχανή δεν είχε πινακίδα, δε φορούσαν κράνη. Η κολώνα γεμάτη λουλούδι, τα μαζεύει ο δήμος το πρωί, γεμίζει πάλι μες σε λίγη ώρα…

Και ύστερα ξεχνάω τον πλησίον θάνατο, γιατί “μαμά πονάω εδώ” και το κορμάκι το κλαράκι διπλώνει στα δυό, νεφρός ο αριστερός, και νοσοκομείο και εξετάσεις και φόβοι και προσευχή – Χριστέ μου, να μην είναι τίποτε σοβαρό, Χριστέ μου!- και δάκρυα δαγκωμένα και το ξέρει, και το χλωμό προσωπάκι συσπάται και “μαμά, μη κλαις, δεν πονάω τώρα, δες” και προσπαθεί να τεντωθεί, γενναίος μικρός άνδρας.

Δίπλα ο μικρός με την πλύση στομάχου, ήπιε όλο το φάρμακο, το νόστιμο φάρμακο, μα δε με μοιάζει, με νοιάζει που αργούν να δουν τον γιό μου και τα βάζω με τον εαυτό μου – μα, φέρτε κανένα γιατρό ακόμη – και που να είμασταν στο δημόσιο νοσοκομείο, είμαστε τυχεροί αλλά όλα αυτά είναι ξένα τώρα, και η καλωσύνη και η τύχη και η πριν συμπάθεια, τώρα πονάει, το μωρό μου πονάει και δεν υπάρχει γιατρός και δεν ξέρουν πότε θα τελειώσουν με την πλύση.

Δεν χρειάζεται τίποτε, να μην ανησυχώ, να πάμε σπίτι, περαστικό, να πίνει νερό, να τα φάρμακά του, προσέξτε τον και ελά πάλι τη Δευτέρα αν χρειαστεί ή πάρτε μας τηλέφωνο. Χαμογελάει, πέρασε ο πόνος, θέλει να πάμε στη γιαγιά – δε χορταίνει αγάπη.

Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και ξαναγίνομαι άνθρωπος σιγά- σιγά, σιγά-σιγά, η μνήμη θανάτου, τα παιδιά που χάθηκαν, οι μανάδες στα δημόσια νοσοκομεία με τα κορμάκια τα κλαράκια να σπαράζουν και ουρές μπροστά και ούτε ένας γιατρός, βουρκώνω και πονάω, οι μανάδες που θρηνούν τα παιδιά τους, δεκαπέντε και εικοσιδύο, και ύστερα, στο φανάρι, εμφανίζεται η γυναίκα στην άκρη του δρόμου, “κυρία, σε παρακαλώ, βρήκα να κοιμάμαι αλλά δεν έχω κουβέρτες, αν σας βρίσκεται μια παλιά κουβέρτα” και “θα περάσετε αύριο;” και “δεν πειράζει, όποτε περάσετε εδώ θα είμαι, μια παλιά κουβέρτα αν σας βρίσκεται” βουρκώνει και πονάει και εγκαταλείπεται.

Ξαναγίνομαι άνθρωπος που τον νοιάζει και πονάει και έχει καρδιά μα για μια στιγμή, μια τόση δα στιγμή, σκέφτηκα πως ήθελα το δικό μου παιδί να είναι πρώτο στην ουρά, πως ήθελα το γιατρό τώρα, όχι μετά από λίγο, πως αν κάποια δωρεά ηθική δε με κράταγε, αν το επίχρισμα πολιτισμού δεν είχε πιάσει έτσι καλά, θα ορμούσα μέσα, θα έβαζα μαχαίρι στο λαιμό της γιατρού: “πρώτα το μωρό μου, το παιδί μου πρώτα”. Για μια στιγμη δε με ένοιαζε το αγόρι που ήπιε όλο το φάρμακο, οι μανάδες που θρηνούν τα παιδιά τους, η γυναίκα με την παλιά κουβέρτα. Ντρέπομαι, μα για μια στιγμή ήμουν νεκρή. Γνώρισα το θάνατο και τον άφησα να νικήσει.


Για όλα φταίει εκείνος ο κρετίνος ο Πέρρυ Κόμο…
6/09/2007

που τραγούδησε τη Γκλεντόρα.Άκου πτώμα να μαθαίνεις.

για χάρη του έπαιξα πρώτη φορά φλίπερ στην πλατεία της Πετρούπολης
- όπως ο οργισμένος Βαλκάνιος,

για χάρη του προσπάθησα να μάθω μπιλιάρδο,

για χάρη του έπαιρνα πόζες ασυναίσθητα ή και συνειδητά,

για χάρη του έκλεβα βούτυρο και χαβιάρι από το σούπερ μάρκετ της Ιπποδρομίου, να πάω να ξυπνήσω τη Δέσποινα και το Γιάννη, συντρόφους τις νύχτες στο Φλου – η Δέσποινα στη σάλα, ο Γιάννης στη μπάρα, εγώ στα πλατώ- να κάνουν τον καλύτερο εσπρέσο της Σαλονίκης και να γελάσουμε.

για χάρη του φώναζα το Μήτσο “κουρέλι” και με φώναζε ο Μήτσος “κουρέλι” και το έμαθε και η μαμά, και μετά το πρώτο σοκ άρχισε να φωνάζει “έλα, στο τηλέφωνο ο Μήτσος ο κουρέλης”

για χάρη του αγόρασα δίσκους και ροκ εν ρολ και έμαθα εκείνο το τρομερό σπάσιμο μέσης στο τουίστ, που ακόμη το συζητάει ο Αμπντούλης ο χασάπης όποτε βρισκόμαστε

για χάρη του στάθηκα ώρες ατελείωτες πάνω από την ίδια στοίβα δίσκους, διαβάζοντας ένα ένα τα τρακς, ποπ ηλέβεν και το πατάρι του στέρεοντισκ

για χάρη του έγινα φίλη με όλα εκείνα τα παράξενα παιδιά, τα αδέλφια μου, το Γιάννη και τους εξαίρετους αδελφούς Αποστολάκη και τον ευγενικό Φίμπεν και το Θοδωρή με τα μαύρα και τον καρδιακό Ηλία και το Δημήτρη και το Μακ και και και

για χάρη του γνώρισα βήμα βήμα την πλατεία Βικτωρίας και πλήρωσα φόρο χαρτζιλίκι μηνών στο Μάτα Χάρι – όχι μπονους και βλακείες, ρε, εδώ σε θέλω, εδώ, και χωρίς τιλτ

για χάρη του τα αγαπημένα μου παπούτσια έχουν τρυπίτσες

για χάρη του έπαιρνα πόζες και έσπαγα κρυφά μπιμπίκια, έκρυβα το κλερασίλ πίσω από τα βιβλία

για χάρη του δε μεγάλωσα ποτέ

για χάρη του ταξιδεύω – στον ορίζοντα που είναι ατελείωτος

για χάρη του ήπια καιρό εκείνη την αθλιότητα, το σίγκαπουρ σλινγκ

μιάμισυ ουγκιά τζιν, αυτό με τη Βικτώρια, που πάει με Ραφλς
μισή ουγκιά τσέρι
ένα τεταρτο της ουγκιάς λικέρ πορτοκάλι της Μαρίας της Μπιζάρ κι άλλη τόση βενεδικτίνη
μισό ποτήρι χυμό ανανά
χυμό από μισό λάιμ
λίγη αγκοστούρα και λίγη γρεναδίνη

Με πάγο όλα μαζί κουνημένα, όχι ανακατεμένα
Για χάρη του ατάκες πέταγαν βιαστικά και κάποτε ανερμάτιστα στα αμφιθέατρα. Οι δικές του λέξεις, ο κώδικας, το σημείον. Όποιος δεν καταλάβαινε ήταν κνίτης ή δαπίτης. Για χάρη του η ζωή που έζησα – και για χάρη όσων μαζί αγαπήσαμε και όσων μου έμαθε να αγαπάω.

Ο αγαπημένος μου έλληνας σκηνοθέτης είναι ο Νίκος Νικολαϊδης.

Μας λείπει λικέρ πορτοκάλι – επιστρέφω αμέσως.