Ιστολόγιο | Επιλογές | Αρχείο | Κείμενα | Φαρμακεία | Ταυτότητα

Αρχείο από October, 2007:


The night Stellaras came to town
29/10/2007

Ο Γέρος ήτανε πρωθυπουργός,
με μισή δραχμή έπαιρνες τοστ,
Η Λεμονίτσα ήταν η ζωή μου όλη,
την νύχτα που ήρθε ο Καζαντζίδης στην πόλη.

Ο Λαμπίρης πρωτοηκούσθη στα ερτζιανά,
δεν τ’ ακούσαμε την πρώτη αυτή φορά,
αφού είχαν βγεί απ’ τα σπίτια όλοι,
την νύχτα που ήρθε ο Καζαντζίδης στην πόλη.

Η μάνα μού σιδέρωσε και ο γέρος μου έδωσε την κούρσα,
για να πάρω τη Λεμονιά ως το Πανωχώρι οδηγούσα,
και βγήκαμε για τσάρκα στ’ Αργοστόλι,
την νύχτα που ήρθε ο Καζαντζίδης στην πόλη.

Εκατοντάδες κόσμος στριμώχθηκε στο στέκι του Θανάση,
Μέχρι που κάποιος ψιθύρισε δίπλα μου “Έχει φθάσει!”,
και τότε το τσούρμο ενώθηκε σε μια κραυγή όλη κι όλη,
την νύχτα που ο Καζαντζίδης ήρθε στην πόλη!

Τραγούδαγε ως το πρωί ολοένα κι’ άλλα,
“Ζιγκουάλα”, “Φαρίντα”, αλλά και “Μαντουμπάλα”,
Που ψήθηκε η Κυρία Ανθή να χορεύει με το Μανώλη,
την νύχτα που ήρθε ο Καζαντζίδης στην πόλη.

Η Λεμονιά έβγαλε φωτό με τον Στέλιο στα σκαλιά,
είπε “Είναι πολύ σεμνός γι’ αστέρι της Κολούμπια”,
έπειτα είπε “δεν πάμε μια βόλτα όλοι;
δεν έρχεται συχνά ο Καζαντζίδης στην πόλη.”

Και ενώ ο Στέλιος υπέγραφε τους δίσκους του Ανανία,
η Λεμονιά χαριεντίζονταν με όλη την κομπανία,
η ζωή μας άλλαξε άρδην όλη,
την νύχτα που ήρθε ο Καζαντζίδης στην πόλη.

Ευγενής χορηγία του γνωμοδότη, πάνω σε ένα τραγούδι του Τζώννυ που αγάπησα πιο πολύ από όλους τους Τζώννυδες, που μιλάει για το Χανκ του λυγμού – το μόνο φαλτσέτο που βρήκε κατευθείαν στην καρδιά μου – του Why don’t you love me like you used to do και της Αλητείας (Rrrrumblin’ man)


Έκθεσις δεύτερη: Το σπουργίτι
25/10/2007

Στο τραπεζάκι του σαλονιού, ακουμπισμένο τρεις μέρες το “Η Ζωή σαν Τριαντάφυλλο”.Δεν προλαβαίνω να το δω. Την αγαπάω από παιδί, έμαθα αυτά τα γαλλικούλια για χάρη της. Ω, τα ξέρω όλα, άρθρα επί αρθρων έχω γραψει για την ομορφιά της, που έσωσε κάτι απ΄τον κόσμο, κάτι τόσο βαθύ και πολύτιμο… Να, σαν κι αυτό:

Edith Piaf

“Πέθανε στις 11 Οκτωβρίου του 1963, στο Παρίσι. Ο θάνατός της έγινε πρωτοσέλιδη είδηση παγκόσμια. Αυτή η μικροσκοπική γυναίκα, με πρόσωπο που θύμιζε παλιάτσο, με τα δυό λεπτεπίλεπτα χέρια που μια προσπαθούσαν να αγκαλιάσουν όλο τον κόσμο και μια να προφυλαχθούν από αυτόν, είχε λατρευτεί από άκρου εις άκρον της γηραιάς Ηπείρου, είχε ταυτιστεί με την μελαγχολία της μεταπολεμικής εποχής. Αυτή η μικροσκοπική γυναίκα με τη θεόρατη φωνή είχε γίνει η ίδια τραγούδι, ζωή, έρωτας και, τώρα, θάνατος, προσφέροντας κάθε κύτταρό της στο κοινό. Αυτή η γυναίκα που μετέτρεπε όλο της το κορμί σε θείο μουσικό όργανο, ανυπέρβλητο και τσάκιζε τα τείχη των πιο οχυρωμένων ψυχών, αφήνοντας ελεύθερες θάλασσες δάκρυα, πέθανε πνιγμένη στα δάκρυά της-ο πιο ταιριαστός θάνατος για το σπουργίτι. Πέθανε όπως τραγούδησε: όλο πάθος, γεμάτη δάκρυα που έρχονταν από μακριά, γερμένη σε μιαν αγκαλιά -αυτή του Ελληνα εραστή της, Τεό Σαγκαπό.

Ετσι τον έλεγε, τον βάφτισε, τον φώναζε. «Σαγκαπό». Κι έτσι αποχαιρέτησε τον κόσμο, μ αυτή την λέξη στα χείλη «Σ αγαπώ». Έτοιμη πάντα να πληρώσει το τίμημα, έτοιμη να μετατρέψει σε αιώνιο τραγούδι κάθε ράγισμα της μεγάλης της καρδιάς.

Γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου του 1915. Γεννήθηκε στο δρόμο. Γεννήθηκε νύχτα. Ολοι οι οιωνοί εμφανίστηκαν ξεκάθαροι στη γέννηση της μικρής Εντίθ Τζιοβάνα Γκασιόν. Ηταν το ανεπιθύμητο παιδί μιας αλκοολικής «σαντέζ» και κονσομασιονίστ κι ενός ακροβάτη, ένα παιδί που μεγάλωσε στα χέρια της γιαγιάς της από την πλευρά του πατέρα -μαντάμ σε φτηνό μπουρδέλο, το επάγγελμα-, ώσπου να είναι έτοιμο να βγει κι αυτό στο δρόμο, για το μεροκάματο.

Η μητέρα της Εντίθ, την είδε ελάχιστες φορές όσο αυτή ήταν μικρή. Ειδικά όταν, σε ηλικία τριών ετών, μετά από βαριά μηνιγγίτιδα, η Εντίθ έχασε το φως της, η μητέρα της δεν ξαναπάτησε στο σπίτι της γιαγιάς. Τα μάτια της μικρής αυτοθεραπεύτηκαν μετά από τέσσερα χρόνια -το τραύμα που της άφησε η μητρική άρνηση δε θεραπεύτηκε ποτέ. Ωστόσο, όταν πια, διάσημη και πλούσια, θα μάθαινε ότι η μητέρα της τη χρειάζεται, η Εντίθ θα έκανε ότι ήταν δυνατόν για να τη βοηθήσει. Στην αστυνομία του Παρισιού ήξεραν ότι, όταν η γριά πόρνη κι αλκοολική κυρία Γκασιόν χρειαζόταν βοήθεια, έπρεπε να τηλεφωνήσει στην Εντίθ.

Η σχέση της με τον πατέρα της ήταν πολύ διαφορετική. Αν και προερχόμενος από λούμπεν περίγυρο, αν και την άφησε να μεγαλώσει σε μπουρδέλο, αν κι έλειπε συχνά σε περιοδείες με το τσίρκο, ο πατέρας της, με το δικό του τρόπο, στάθηκε δίπλα της. Η Εντίθ γνώρισε δίπλα του τους παρισινούς δρόμους, πολύ καλά από πολύ νωρίς, αλλά σε αυτόν οφείλει και την «ανακάλυψη» της φωνής της. εκείνος πρώτος αντελήφθη πόσο αυτή η ραγισμένη φωνή της έφηβης Εντίθ συγκινούσε τα πλήθη.

Η μικρή, πρωτοβγήκε στο δρόμο ως βοηθός του πατέρα της, στα 12 της χρόνια. Ήταν ένα μικροσκοπικό, εύθραυστο πλάσμα, ικανό να συγκινήσει τους περαστικούς. Παράλληλα με το βοηθητικό της ρόλο στα ακροβατικά, η μικρή Εντιθ τραγουδούσε, κατ εντολή του πατρός. Η φωνή της, γεμάτη καημό, γεμάτη τα σοφία του δρόμου από την πιο τρυφερή ηλικία, ήταν μοναδική. Τόσο, που, ένας περαστικός ατζέντης την πρόσεξε, κι αποφάσισε να υπογράψει μαζί της.

Ο πρώτος αυτός ατζέντης της, ο Λουί Λεπλί, επηρεασμένος από την λεπτεπίλεπτη, λιτή εμφάνισή της, της πρότεινε να υιοθετήσει το επίθετο Πιάφ (σπουργίτι, στη γαλλική αργκό) για τη σκηνική της παρουσία. Η Εντίθ Πιαφ εγκατέλειπε, χάρη στη μοναδική της φωνή, τους δρόμους, αν και πάντα θα τους κουβαλούσε μαζί της: στην ανασφάλεια των ερώτων της, στην απαξία για τον εαυτό της μα, πιο πολύ, σε κείνη την τραγική, μοναδική, ανυπέρβλητη φωνή της καρδιάς. Από την πρώτη της «επίσημη», χαρακτηρίστηκε από την κριτική μεγάλη τραγουδίστρια. Μάλιστα, την πρώτη νύχτα που τραγούδησε σε καμπαρέ, έτυχε να βρίσκεται μεταξύ των ακροατών ο Μωρίς Σεβαλιέ, με τον οποίο αργότερα θα δεθεί με μεγάλη φιλία. Σε λίγο, όλο το «καλό Παρίσι» γέμιζε τα τραπέζια του κέντρου: ο «ιππότης» είχε ξεσηκώσει τους πάντες, ξετρελαμένος με το Σπουργιτάκι. Ένα χρόνο μετά, η Εντίθ τραγουδούσε μόνο στις μεγάλες σκηνές του Παρισιού.
Edith
Μετά τη δολοφονία του Λεπλί -για την οποία ταλαιπωρήθηκε από την αστυνομία, ως ύποπτη- την καριέρα της Εντίθ ανέλαβε ο Ρεϋμόν Ρουσό. Έζησαν μαζί ένα θυελλώδη έρωτα, παρ ότι ο Ρεϋμόν ήταν παντρεμένος, ως το 1939, εποχή κατά την οποία η Εντιθ γίνεται η λατρεμένη της μεγαλοαστικής γαλλικής τάξης και των καλλιτεχνών της πρωτοπορίας. Απολαμβάνει τις περιποιήσεις, την ευγένεια, την αγάπη του κοινού της, ενός εκλεπτυσμένου κοινού, τόσο διαφορετικού από αυτό στο οποίο είχε συνηθίσει. Λίγο πριν, έχει περάσει με τεράστια επιτυχία στη δισκογραφία.

Οι δίσκοι της -αρχίζει να ηχογραφεί στο μεσοπόλεμο- γίνονται διεθνείς επιτυχίες- κι οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Τα τραγούδια της τραγουδιούνται στους δρόμους όλης της Ευρώπης, ακόμη κι από ανθρώπους που δεν ξέρουν λέξη γαλλικά. Ακολουθεί ο κινηματογράφος. Όλοι θέλουν να τη δουν, η συμμετοχή της σε μια ταινία τραβά κόσμο κι οι σκηνοθέτες το ξέρουν. Είναι «η θεά του σανσόν» (chanson), της γαλλικής μπαλάντας. Εκείνη όμως, παραμένει αλήτισσα, ποτέ δεν απαρνιέται το δρόμο της ανασφαλούς, άγριας καρδιάς της. Τα χρήματα που έρχονται-αποτέλεσμα της επιτυχίας- μοιράζονται ή σπαταλιούνται αφειδώς. Οταν έφυγε από τη ζωή, κληρονόμησε στον Σαγκαπό της μόνο χρέη.

Την εποχή του Β Παγκοσμίου Πολέμου, το Σπουργιτάκι, μετά την κατάληψη της Γαλλίας από τους Ναζί, λόγω της φήμης της και της λατρεμένης ακόμη κι από αυτά τα θηρία φωνής της, κατορθώνει να ξεπεράσει πολλά εμπόδια κι εντάσσεται στην αντίσταση, βοηθώντας πολλούς καταζητούμενους εβραϊκής καταγωγής μουσικούς, αλλά κι άγνωστούς της αντάρτες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ωστόσο, μετά το τέλος του πολέμου, θα κατηγορηθεί ότι «διασκέδαζε με τους ναζί» -η δικαιολογία της, ότι έπρεπε να τραγουδά γι αυτούς για να έχει την εμπιστοσύνη τους και να μπορεί να βοηθά την αντίσταση, δε γίνεται από όλους πιστευτή.

Οι περιοδείες της διαδέχονταν η μία την άλλη, μετά τον πόλεμο. Αν ως τότε ήταν η αγαπημένη θλίψη της Ευρώπης, τώρα κατακτούσε την Αμερική. Η επιτυχία είναι τέτοια ώστε, ηχογραφεί τα πιο γνωστά της τραγούδια στην αγγλική. Είναι, πια, μπεστ σέλλερ και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Και νοιώθει πιο μόνη από ποτέ. Το 1951, μετά ένα αυτοκινητικό ατύχημα, οι γιατροί της δίνουν μορφίνη, για να μπορέσει να αντέξει τους πόνους. Η συνήθεια της μένει για αρκετό καιρό, όπως και μια τάση στον αλκοολισμό. Εν τω μεταξύ, τα σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο: παρά το γάμο της με τον (επίσης αλκοολικό) Ζακ Πιλ, η Εντιθ τριγυρνά τις νύχτες στα κακόφημα στενά του Παρισιού, αναζητώντας έρωτες της μιας βραδιάς, αναζητώντας την ασφάλεια του σώματος για να ξεχάσει για λίγο τις ανασφάλειές της. Παραμένει πάντα το απαρνημένο παιδί.

Οι δηλώσεις της είναι κυνικές, όσο ανοικτά τα τραύματα: «Ποτέ δεν ξέρεις έναν άντρα ώσπου να τον δοκιμάσεις στο κρεβάτι. Ξέρεις περισσότερα για κάποιον με τον οποίο πέρασες μια νύχτα στο κρεβάτι, από ότι για κάποιον με τον οποίο συζητάς μήνες. Στο στρώμα, δεν μπορούν να σε κοροϊδέψουν!»

Ωστόσο, ο καιρός του κυνισμού θα τελειώσει, όταν η Εντίθ, επιτέλους, θα συναντήσει τον έρωτα, στο πρόσωπο του Τεό. συναντώνται το 1961. Παντρεύονται το 1962 και, για πρώτη φορά, κοντά σ αυτόν τον τόσο νεώτερό της Έλληνα, η Εντίθ ηρεμεί, νοιώθει ασφαλής, νοιώθει ότι δε χρειάζεται να επιβεβαιώσει τίποτε πια. Η ευτυχία κράτησε δύο χρόνια. Το 1963, η ασθενική της φύση την προδίδει για μία, τη τελευταία φορά. Ο Τεό τη συνοδεύει στη Ριβιέρα, ελπίζοντας ότι το κλίμα θα την βοηθήσει να συνέλθει. Πέθανε τα ξημερώματα της 11ης Οκτωβρίου του 1963. Ο Τεό ορκιζόταν ότι, το μαξιλάρι και τα μάτια της, ήταν γεμάτα δάκρυα. Η Εντίθ είχε φύγει ξαναζώντας τον πόνο της αγάπης και ανακαλύπτοντας, ίσως, αυτήν, την τελευταία φορά, και τη χαρά της”

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο flash.gr το 2001.


Μια μπουκιά ταξίδι
22/10/2007

Καθε φορά που πεθυμάμε να φύγουμε και δεν μπορούμε, μαγειρεύω. Παντα μαγειρεύω, μα τότε μαγειρεύω αλλοιώς, αναζητώντας, νοσταλγώντας και σπουδάζοντας εκείνη τη γεύση που ξέρω πως ποτέ δε θα είναι η ίδια μα δίνει αφορμή να ταραχθούν τα ήσυχα νερά από ιστορίες, γέλια, μνήμες. Δε θα είναι η ίδια γιατί όλα είναι αλλοιώς. Το νερό, το τραπέζι, η κουζίνα, το φως, οι άνθρωποι, τα τραγούδια στον αη-ποντ, μεγαλη η χάρη του, τα προγράμματα στην τηλεόραση… Σαν τις σκιές του Πλάτωνα, τα φαγητά που είναι μα δεν είναι βγαίνουν απ’ την κουζίνα μου και το ταξίδι.

Πρώτη φορά, το έπαθα προ δεκαπενταετίας στη Νέα Υόρκη, στη σκιά των διδύμων, μασώντας χοτ ντογκ στο πάρκο, σάντουιτς από το Ντιν και Ντελούκα, κοτόπουλο απ’ το Τζίμυ… Ύστερα με την Ιρλανδία και με την Αίγυπτο. Ξέρω πότε η γεύση μου αυτονομήθηκε, απέκτησε δική της μνήμη, επιθυμίες και γνώμη. Το φαγητό έγινε ένας από τους βασικούς παράγοντες του ταξιδιού.

Ποτέ δεν ταξίδεψα σε ένα τόπο με μόνο σκοπό το φαγητό. Το κανουν δύο φίλοι, πολύ το συζήτησα για χαρη τους, μπας και το αντέξω, μα ακόμη το βρίσκω βαρβαρικό, κάπως πρόστυχο. Δεν θα έπρεπε καν να ονομάζουν ταξίδι τη βία αυτή.

Βέβαια η γεύση έχει το μερτικό της σε κάθε ταξίδι, το φαγητό είναι η σκιά του ταξιδιού, μα το τυφλό ταξίδι για ένα πιάτο αποτελεί απόπειρα εκζήτησης του βάρβαρου και του αρχοντοχωριάτη.

Όχι πως δεν το σχεδιάζω το ταξίδι της γεύσης, μαζί με όλα τα άλλα ταξίδια μες στο ταξίδι. Μελετώ, ανακαλύπτω, κλείνω τραπέζια, αποφασίζω πιάτα. Από τα αστεράκια Μισλεν (μερικά σε τιμές καλύτερες από ελληνική ταβέρνα…) μέχρι το φαγητό του δρόμου. Αρκεί να το σηκώνει η παρέα.

Nora's streetfood

Σε αυτό το τελευταίο, την παρέα, η αδυναμία μου. Στο φαγητό του δρόμου η καρδιά μου. Αυτό είναι η καρδιά των πόλεων, των πολιτισμών, των ανθρώπων. Από τις πόλεις χωρίς φαγητό του δρόμου φεύγω τινάζοντας τη σκόνη απ’ τα παπούτσια μου. Σε όσες έχουν παράδοση, αφήνω ένα κομμάτι καρδιά καλοψημένο. Στην Αμερική, πάλι, ρομαντζάρω, πάει να πει κυνηγάω τα στέκια των ντόπιων, αυτά που ποτέ δεν έγιναν αλυσίδα, αυτά που κρατούν δεκαετίες χάρη σε μια απλή συνταγή, ένα ιδιοφυές τίποτε της παράδοσης των φτωχών, που σε φέρνει ξανά και ξανά στην πόρτα τους.

Οπως, ας πούμε, το Πανκέηκ Πάντρυ, στο Νασβιλ. Κατσαμε στην ουρά ώρες, για να γευτούμε “τα καλύτερα πανκέηκ των ΗΠΑ”, σύμφωνα με το Μάρτιν. Και ήταν τα καλύτερα που έχουμε φάει ποτέ – κάθε που έρχεται Σάββατο των Πανκέηκς τα συζητάμε, τα θυμόμαστε, κάθε που δίνουμε τα μαλλιοκέφαλά μας για αληθινό, πρώτης ποιότητας σιρόπι σφένδαμου χαμογελάμε νοσταλγικάΠοτέ δε θα πετύχω το αέρινο, πανάλαφρο πάνκεηκ της μυστικής συνταγής, αλλά γίνομαι όλο και καλύτερη και ύστερα καρδιά και νους το θυμάται, το έχει πλεγμένο με την ζεστή νότια φιλοξενία του Τενεσί, το αναζητάει στα φιλμάκια του γιουτιουμπ και του υπέροχου καινούριου μου παιγνιδιού, του imcooked.com, γέρνει την κεφαλή και κοινωνεί με όσους μοιράστηκαν την ίδια μικρή χαρά.
Απ’ τις χαρές του ταξιδιού, για μας που έχουμε μπει για τα καλά στην κομμουνιστική οργάνωση των καουτσέρφερς, είναι να βρεθεί οικοδεσπότης λάτρης του φαγητού. Όπως η φίλη Ελένη που μας περίμενε στη Βαλτιμόρη. Αχ, η Βαλτιμόρη! η όμορφη, η παραξενη και η πεντανόστιμη Βαλτιμόρη! Οου Μπάλτιμορ…
Φτασαμε σπίτι της Τρίτη – one dolla’ crab Tuesday στο Islander Inn, καμμια ωρίτσα έξω από τη Βαλτιμόρη, όπου και γιορτάσαμε το ευτυχές γεγονός της συνάντησής μας. Ίσα που ακουμπήσαμε τις βαλίτσες. Μας φόρτωσαν στο αμάξι τους και φύγαμε, να προλάβουμε γιατί το μαγαζί είναι οικογενειακό και δε σηκώνει νυχτέρια μεσοβδόμαδο.

Τρεις τεσσερις δωδεκάδες καβούρια, μπύρα με την κανάτα, σφυράκι ξύλινο και χοντρό μαχαίρι για το σπάσιμο του κελύφους, γελαστή μεσήλικη γκαρσόνα, άκομψη και ντόμπρα, αμερικάνικο ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, καρώ τραπεζομάντηλο και κουβάς για τα αποφάγια, υπέροχη ιεροτελεστία ποτισμένη ένα μείγμα μπαχαριών εξαιρετικό, αυτό το μείγμα των μπαχαρικών που είναι η Βαλτιμόρη.

Μετά, για παγωτό στο καλύτερο παγωτατζίδικο της πόλης. Ηταν αργα, έκλεινε, πήραμε τα παγωτά μας (μπατερσκωτς αξέχαστο) και καθήσαμε έξω, σε ένα πάγκο, και συζητούσαμε για ταξίδια, καουτσερφερς, φαγητό, τη Μπίλυ, την ιστορία των μαύρων του Μέριλαντ ενώ περνούσαν τα πρεζόνια και παρακαλούσαν να τους δώσουμε κανα ντάιμ γιατί δεν έχουν το εισιτήριο να πάνε στην Καρδίτσα-γιου-ες-οβ-έι, ενώ φωνάζανε οι σειρήνες των μπάτσων, ενώ η πόλη σκοτείνιαζε και όλο λιγόστευαν τα φώτα.

Την άλλη μέρα γυρίσαμε τα μουσεία – εμείς οι αφροαμερικάνοι με τη Μπίλυ στην καρδιά. Και ύστερα, η καουτσέρφερ Ελένη μας, άθεος συνδικαλιστρια λευκή και κάτοικος αυτού που ήταν καποτε το γκέτο και τωρα είναι τρεντυ, “αλλα εμεις δεν ξέραμε ότι θα έρθουν τα στελέχη όταν αγοράσαμε το σπίτι”, ξεσηκώθηκε και μας πήγε στην αγορά, στη Λεξιγκτον, την παλιότερη αγορά στις ΗΠΑ, να δοκιμάσουμε “την αληθινή γεύση της Βαλτιμόρης”, την ώρα που οι εργαζόμενοι – άσπρα και μπλε κολάρα ενωμένα- κάνουν το διάλειμμα για φαγητό και έβλεπες τι προτιμούν, που κάνουν τις ουρές, τι διαλέγουν.

Φέντλις καβουροκροκέτες - κραμπκέηκς

σαντουιτς γαριδοσαλάτας στον τρίτο πάγκο από την κάτω είσοδο και δεξιά

τηγανητό κοτόπουλο με μεριλαντέζικο κουρκούτι (όχι άλλο κουρκούτι!)

Μπέργκερ κουκυζ

Το μείγμα μπαχαριών του κάβουρα, όπως και αν τον μαγειρέψουν, το λένε Old Bay. Πριν φύγουμε, περάσαμε από το σούπερ μάρκετ. Συμβουλή της καινούριας φιλενάδας – στα αχνιστά καβούρια, στα κραμπκέηκς – που λατρεύω και τιμώ όποτε μπορώ- στα μύδια, παντού “αν θες να έχουν τη γεύση του κόλπου του Τσεζαπηκ βαλε δυο κουταλιες της σουπας για καθε παουντ”.

Πηραμε και μπέργκερ κούκυζ, μια ντουζίνα για το δρόμο. Αποχαιρετιστήκαμε στο σπίτι της, που το ήξερα πριν πάω – το είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο για τη Μπίλυ.

Χτες, έφτιαξα κραμπκέηκς της Βαλτιμόρης – όχι της Λουιζιάνας, άλλα αυτά, θυμάσαι, ε;- όπως τα διηγείται η παράδοση. “Αυτή είναι η συνταγή, έτσι φτιάχνουμε κραμπκέηκς στα σπίτια μας”. Εμοιαζαν λίγο με του Φέντλι – ήμουν τυχερή και βρηκα τζαμπο λαμπ καβούρι, βλέπεις. Λιγο, έμοιαζαν λίγο. Σκιές του Πλάτωνα. Αρκούσαν. Μας ταξίδεψαν, με μια σταγόνα ταρταρ περήφανα να ανοίγει δρόμο.

Για τα κορίτσια του Χάνγκρι - κραμπκέηκ του Μέρυλαντ

μισό κιλό καβούρι, κρέας καθαρό, σε μεγάλα κομμάτια – μπλε καβουρι κατα προτίμηση, αλλα όλα τα χοντροκομμενα καβουροκρεατα κανουν

δυό γεμάτες κουταλιές μαγιονέζα

μια κουταλια μετρια καυτερή ή απαλή μουσταρδα

δύο ως τεσσερις κουταλιές Old Bay - δηλαδή μειγμα από πιπερι ασπρο, κόκκινο και μαυρο, τζιντζερ, δαφνόφυλλα, μουσταρδα σκόνη, μοσχοκάρυδο, γαρύφαλλο, πάπρικα και καρδαμο

ένα αυγό

μισό ματσακι μαϊντανό ψιλοκομμένο

δυο φετες ψωμί του τοστ, μονο η μέση, ψιλοκομμένες ή δέκα κρακεράκια μικρά και αλμυρά

Ανακατεύουμε πολύ καλά όλα τα υλικά, εκτός από το καβουροκρέας και τη μία κουταλιά από το μείγμα μπαχαρικών. Προσθέτουμε το καβουροκρέας και ανακατεύουμε πολύ απαλά, έτσι που να γίνεται ένα το μείγμα, αλλά να μη σπάει σε μικρα κομμάτια το καβούρι, κατα το δυνατόν. Πρεπει, όταν κανουμε την κροκέτα να φαίνονται κομμάτια του καβουριού. Αφήνουμε μισή ωρίτσα (και παραπάνω…) στο ψυγείο, να δέσουν οι γεύσεις και μετά βαζουμε στα χερια μας λιγο από το μείγμα των μπαχαρικών και πλάθουμε μεγάλους στρογγυλούς κεφτέδες. Τους παταμε πανω – κατω, να γινουν σα βαρελάκια, και τηγανίζουμε σε βούτυρο ήπειρος (μη μας μαυρίσει!) ώσπου να πάρουν χρώμα καστανό κι από τις δύο πλευρές. Αν το βουτυρο μας τρομάζει, ή τρομάζει το γιατρό μας, ψήνουμε στο γκριλ, πέντε λεπτά από κάθε πλευρά (αλλα ποτέ δε θα είναι το ίδιο – όπως είπε και ο σεφ Ντιντιέ, το μυστικό της ζωής είναι το βούτυρο).

Σερβίρουμε με δύο σαλτσες – ταρτάρ και τσίλι ντομάτα- σε καλή παρέα.


Kεράκι ένα, λιανοκέρι
20/10/2007

«Γίνεται κανείς ρασιοναλιστής όταν η εσωτερική όραση κι ακοή και όσφρηση
και γεύση τής ιερότητας τής ζωής, αυτά που χαρακτήριζαν την ανυποκατάστατη ζύμη κάθε αυθεντικής παράδοσης πολιτισμού και Τέχνης, έχουν ολότελα χαθεί απ’ την ψυχή του. Σ’ αυτή την περίπτωση ο ρασιοναλισμός δεν είναι πια παρά ο δρόμος όπου για να τον ακολουθήσει κανείς δεν χρειάζεται τίποτα να θυσιάσει.

Εις τις ψυχές λοιπόν οπού δεν έχουν τίποτα να θυσιάσουν, γιατί δεν έχουν
τίποτα να λατρέψουν, δεν απομένει παρά τούτη η διέξοδος, ως φυγή από τη
στυγνή πραγματικότητα τού είναι των. Μη έχοντας οι ίδιοι ιερά, ποδοπατούν
τα ιερά τών άλλων, και τούτο κάνοντας κομπάζουν ‘ως εις ένδειξιν ρώμης’».

Δημήτρης Πικιώνης, 1961.


«Μεγαλώναμε με την Ακρόπολη ως Ορίζοντα»
17/10/2007

Δεκαετία του ’50. Με τις μνήμες ζωντανές, οι άνθρωποι που κατέβαιναν από τα χωριά στην Αθήνα του «υψηλού ρυθμού ανάπτυξης», αν και δεν έχτιζαν «χωριάτικα σπίτια», αν και δεν είχαν στη διάθεσή τους τα γνωστά τους, παρμένα από το περιβάλλον, υλικά, ωστόσο συντηρούσαν στις καινούριες τους κατοικίες το πρότυπο του μεσογειακού σπιτιού: βεράντα, κληματαριά, κήπος, τζαμαρία, κουζίνα που «να χωράει ντιβάνι» για το συγχωριανό που έφτανε για λίγες μέρες στη μεγάλη πόλη.

Πετρούπολη, 2004

Η πολυκατοικία ήταν αστικό φαινόμενο και το διαμέρισμα αποτελούσε σύμβολο κοινωνικής θέσης της αστικής ταξης. Οι ταπεινές μονοκατοικίες, τα παράνομα σπίτια, που ξεφύτρωναν το ένα μετά το άλλο στις δυτικές συνοικίες και στα φτωχικά προάστεια του Πειραιά, ήταν μια «αυθαίρετη» αλλά υγιέστερη πρόταση για την Αττική.

Η αυθαίρετη Αθήνα του ’50 και του ’60, μοιάζει σήμερα όαση. Πολλοί από τους σημερινούς σαραντάρηδες Αθηναίους, θυμούνται με νοσταλγία τα πατρικά τους: σπίτια οικοδομημένα από τους ίδιους τους κατοικούντες και τους οικείους τους – γονείς, φίλοι, κουμπάροι, χτίσαν όλοι μαζί τις προαστειακές, απλές αυτές κατοικίες, που μεγάλωναν λίγο λίγο, μαζί με το εισόδημα και τον αριθμό των μελών της οικογενείας. Οικισμοί ολόκληροι, που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του 50 και του 60, κατοικούνταν από συγχωριανούς, ανθρώπους κοινής παράδοσης, που, κατεβαίνοντας στη μεγάλη πόλη, βρίσκαν οικόπεδα ο ένας δίπλα στον άλλο και μαζεύονταν όλοι μαζί να χτίσουν.

Η κυρία Πανωραία Βεργούρου, ζει στην Πετρούπολη από τη δεκαετία του 1950. Εκεί έχτισε το πρώτο της σπίτι, όπως και πολλοί ακόμη Ηπειρώτες της περιοχής των Τζουμέρκων, που αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη στην Αθήνα. «Τα οικόπεδα τα αγοράζαμε με 100 δρχ. το μήνα. Μαζεύαμε άχυρα από δω γύρω, κόκκινο χώμα και καναμε μόνοι μας τα τούβλα. Μετά, όταν μαζέψαμε κάποια χρήματα, πάλι μόνοι μας φτιάξαμε τους τσιμεντόλιθους για να το ξαναχτίσουμε. Ένα μάστορα χρειαστήκαμε μόνο – για την πλάκα βοήθησαν όλοι οι χωριανοί (σ.σ. που μετοικούσαν στην ίδια γειτονιά, την Πετρούπολη). Δεν μας περίσσευαν για μεροκάματα». Σήμερα, το οικόπεδο που αγοράστηκε το ‘50 με 100 δρχ. το μήνα, είναι περιζήτητο από τους εργολάβους.

Πετρούπολη, 2004

Η κυρία Βεργούρου αρνείται την αντιπαροχή, όπως και κάποιοι ακόμη εκ των γειτόνων της. Άλλοι όμως υποχώρησαν μπρος στο κέρδος και το «μοντέρνο» ή την ανάγκη να στεγάσουν τα παιδιά τους. Άνθρωποι του μεροκάματου, δεν είχαν τρόπους να αμυνθούν στη λαίλαπα της αντιπαροχής και το κράτος παρέμενε χαρακτηριστικά απόν. «Όταν συζητήσαμε να μικρύνει ο συντελεστής δόμησης στην Πετρούπολη, δεν ήταν οι εργολάβοι που αντέδρασαν, αλλά οι μικροί ιδιοκτήτες, που σκέφτονται τα παιδιά τους», μας λέει ο Πέτρος Τσίκας, αρχιτέκτονας, μεγαλωμένος σε ένα προαστειακό, εργατικό σπίτι της Πετρούπολης του ’50, με «πρόσβαση στην αλάνα -όχι στην Αττική Οδό» όπως λέει, χαμογελώντας με νοσταλγία.

Ο φίλος και «γειτονόπουλο», ζωγράφος Γιάννης, συνεχίζει την κουβέντα: «δεν ξέρω αν εγώ είμαι ρομαντικός κι αν όντως έχει τη σημασία που του δίνω, όμως, ξέρετε, πριν κυριαρχίσει η αντιπαροχή και κτιστούν τα θηριώδη κι απάνθρωπα αυτά κτίσματα, από όλη σχεδόν την Αττική βλέπαμε την Ακρόπολη. Μεγαλώναμε με την Ακρόπολη να ορίζει τον Ορίζοντά μας».

Το περιβάλλον ως ταξικό αγαθό

Σήμερα, όσα από τα αυθαίρετα της ανάγκης επιβιώνουν, χάρη στην επιμονή ανθρώπων όπως η κα Βεργούρου, μοιάζουν να διαφυλλάσσουν την ποιότητα και τον ελληνικό τρόπο ζωής. «Αυτή η δημιουργία» κατά τον αρχιτέκτονα -καθηγητή Αρχιτεκτονικής στη Φινλανδία- και θεολόγο Ιωσήφ Ροϊλίδη, «είχε άλλες πολιτιστικές προϋποθέσεις, που έχουν χαθεί σήμερα. Γι’ αυτό σήμερα η ‘αυθαίρετη’ ανάπτυξη της πόλης είναι τόσο απάνθρωπη. Όταν λείψουν οι πολιτιστικές προϋποθέσεις τότε το μόνο που μένει για να δημιουργηθεί ένα ανθρώπινο περιβάλλον είναι ο σχεδιασμός».

Πετρούπολη, 2004

Αυτά τα σπίτια διασφάλιζαν ποιότητα ζωής. Σήμερα, το περιβάλλον που οι περισσότεροι απολαμβάναμε προ τριακονταετίας –ο κήπος, η αυλή, η γειτονιά των ανθρώπων που γνωρίζονταν- αποτελούν αγαθό πολυτελείας. Δεν ισχύει το ίδιο στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου υπήρξε σχεδιασμός. «Ένα σωστό αστικό περιβάλλον με όλα εκείνα τα κοινωνικά στοιχεία που το εμπλουτίζουν ανήκει σε πλούσιους και φτωχούς: κτήρια, χαμηλά ή ψηλά με όμορφη αρχιτεκτονική, με πλούσιο πράσινο και χώρο ανάμεσα τους, σχεδιασμός του χώρου και προσαρμογή των στοιχείων του για όλους (αρτιμελείς και μη, ή για πρόσωπα που χρήζουν βοήθεια) σχολεία που δεν πνίγονται στο τσιμέντο, με αυλές φυλακές, κλπ ‘Όλα αυτά ανήκουν σε όλους.

Στη Σκανδιναβία, όπου ζω, υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί αλλά δεν υπάρχει διαφορά περιοχών, με την Κηφισιά στο ένα άκρο, ας πούμε, και στο άλλο άκρο την Κοκκινιά. Όλος ο χώρος είναι προσεγμένος, δηλ. σχεδιασμένος. Το ιστορικό κέντρο πλήρως αποκαταστημένο. Δεν ρίχνεται τίποτε εδώ, απλώς φτιάχνουν καινούργια όποτε χρειάζεται».

Τι θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει τις όποιες υπάρχουσες αντιστάσεις ώστε να ξανακερδίσουμε αυτή την ποιότητα ζωής; Ο λόγος στον καθηγητή αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Πατρών, Κώστα Ξανθόπουλο:

«Συμμετοχική παιδεία για την ποιότητα του αστικού και του αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος και του σχεδιασμού τους, για την ποιότητα ζωής, όχι μόνο στα πανεπιστημιακά τμήματα αλλά και στα σχολεία και τις κοινότητες, επεξεργασία ενός άλλου ήθους στην εκτίμηση του αντικειμένου και στην απόδοση υπηρεσιών από τους επαγγελματικούς κλάδους που σχεδιάζουν και υλοποιούν κτιριακά κι άλλα έργα, σχεδιασμός κι εφαρμογή γενναίων πολιτικών στόχων κι ανατροπών για μια σταδιακή, μεσομακροπρόθεσμη εξυγίανση του δομημένου και του φυσικού περιβάλλοντος και της κοινωνικής αντίληψης περί συναφούς «κέρδους».».

Έτσι κι αλλοιώς, εδώ που φτάσαμε, δεν υπάρχουν απλές κι ανώδυνες λύσεις βελτίωσης. Η όποια σχετική ενέργεια, αν κι εφόσον εκδηλωθεί, δε θέλει μόνον αρετή και τόλμη, θέλει πολιτική ευθύνη και βούληση, θέλει κοινωνική συμμετοχή και συναίνεση, θέλει παιδεία και πολιτισμό, θέλει χρονικό ορίζοντα, θέλει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και να αποβάλλουμε την παθητική μας αδράνεια, μοιρολατρεία κι αδιαφορία, υποπροϊόντα κι αυτά της φθοράς της αντιπαροχής.

Δημοσιεύτηκε το 2004 στην εφημερίδα “Απογευματινή”.