Εκείνα που μας έφεραν κοντά

ή Μια Συνέντευξη με τον Μπαντούκ, κατά κόσμον Γεώργιο Αποστολάκη και φίλο αγαπημένο

Γνωριστήκαμε τη δεκαετία του ’80. Δεύτερο μισό. Πρώτα γνώρισα τον Αλέξη, τον μικρό αδελφό. Ευγενικό, λεπτό και όμορφο, εικόνα τελείως ξένη με την κλασσική μας εικόνα για τους ντράμμερ. Όμως, νεύρο, ε;

Αγαπούσε τον αδελφό του πολύ. Όλο για κείνον μιλούσε. Ο αδελφός μου αυτό κι ο αδελφός μου εκείνο. Ο μεγάλος του αδελφός, που όλοι τον φώναζαν Μπαντούκ. Ήταν τότε φαντάρος, μου φαίνεται. Και ήταν μαγική αυτή η αδελφική αγάπη που έντυνε την εικόνα που είχα για ετούτο το παιδί – ήταν δεν ήταν 19 χρονώ ο Αλέξης – με τα πιο όμορφα χρώματα. Και που να βλέπατε το χαμόγελό του, δηλαδή.

Ξέχασα: τον έβλεπα στο Παραρλαμα. Θρυλικό στέκι. Στο μπαρ ήτανε ο Στεφανίδης, ο μετέπειτα του Μύλου. Τον φώναζε Πηνελόπη, έτσι υπομονετικά που καθότανε πίσω από τη μπάρα, με φώναζε Πάτροκλο για να κάνει ασορτί με το ομηρικό.

Στο θέμα μου, όμως. Έπαιζαν ο Ζάικος με τους Μπλουζ Γουάιρ και το σχήμα του Νίκου – δε θυμαμαι πως τους λέγανε – και ο Αλέξης στα ντραμς. Ο Αλέξης έπαιζε κι αλλού. Στην εξαιρετική μπάντα Noise Promotion Company, της οποίας νους και καρδιά ήταν οι δύο αδελφοί Αποστολάκη. Ο Γιώργος ο Μπαντούκ και ο Αλέξης. Έχω βινύλιο εποχής, φασαριόζικο, να αφήσω κληρονομιά στο γιό. “Αυτοί είναι οι φίλοι μου. Μεγαλώσαμε μαζί”.

Ύστερα γνώρισα το Μπαντουκ. Τον άνδρα τον πολύτροπο, τον πολύγλωσσο, τον σεμνό και ευγενή, με το υπόγειο χιούμορ και την αγαπη στους σουρεαλιστές. Τον γνώριζες κι η ψυχή σου φορούσε τα καλά της – αυτό είναι ο Μπαντούκης. Περάσαμε βραδιές και μέρες συζητώντας, παθιασμένοι, εκείνη την ηχογραφηση του Χούγκο Μπαλ που ανακάλυψε στο Άμστερνταμ και τον καινούριο δίσκο του Κέηβ και την κέλτικη μουσική και το καινούριο των Τρυπών και τη μανία με τους Μάσρουμς και εκείνον τον πίνακα του Ντε Κίρικο.

Μετά πέρασαν τα χρόνια, κάναμε παιδάκια και χαθήκαμε και ήρθε ο Ολντ Μπόυ στη ζωή μου και ονειρεύτηκε, λέει, πως ο Μπαντούκ έγραψε ένα τραγούδι για τους μπλόγγερς. Και η αγαπημένη μου Χουανίτα μου έγραψε “ξες, στο ταδε λεπτό μιλάει για σενα”. Βούρκωσα. Ο Μπαντουκ μου και μας.

Ξαναβρισκόμασταν. Και βρήκα το τηλέφωνο. Και ένοιωσα τη χαρά στη φωνή του και ύστερα “πάρε σε λίγο, ταϊζω την κόρη μου”. Παντα το ίδιο όμορφος, ο Μπαντουκ που παραληρούσε αράβικα τραγούδια και τώρα, είμαι σίγουρη, τα διηγούνταν σε κόρη ξανθή και γαλανή.

Και ξανα τηλέφωνο, και συγκίνηση και ένα γέλιο που δεν ξέσπαγε μα ερχόταν από μακρυά και οι συναντήσεις όπως “είδα το γιό σου να παίζει μπάλα στην Καλαμαριά, στην αλάνα” και “έχεις δυό κόρες κιόλας; Κι ο Αλέξης μπαμπάς; Πότε προλάβατε;” Και μια τρυφερότητα στη φωνή και η αναπόφευκτη ερώτηση: Γιατί ακόμη εμείς; Και μου είπε ο σοφός μου φίλος – πάντα σοφότερος από μένα: “Γιατί όσα μας φέραν κοντά κάποτε είναι εδώ ακόμη και μας κρατούν κοντά“. Γιατί ακόμη έτσι, δηλαδή.

Δεν είναι εύκολες οι συνεντεύξεις με τους αγαπημένους. Σε τρώνε όσα ξες, τις νερουλιάζουν. Όμως ετοίμασα τις ερωτήσεις με χαρά – τη χαρά πως, να αδελφέ μου που ξαναβρισκόμαστε. Και ζήτησα, αντί για δικές του φωτογραφίες, να στολίσω τη σελίδα με τις θυγατέρες – το ωραιότερον της ζωής του ταξίδιον. Ήταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Έφευγε για τα χιόνια μα είπε θα απαντήσει.

Μετά πέρασαν μήνες. Πίστεψα πως δε θα απαντούσε ποτέ. Δε με πολυένοιαζε, τον είχα ξαναβρεί, όπως είχα ξαναβρεί και τον Αλέξη και ας μην είχαμε μιλήσει. Του Αγίου Γεωργίου πήρα να ευχηθώ, ένοιωσε τύψεις που δεν είχε απαντήσει. Του είπα δεν έπρεπε. Αν ήθελε. Όποτε ήθελε. Μου απάντησε μες σε δυό μέρες.

Μετά πέρασαν οι μήνες. Δεν εύρισκα τη δύναμη να γράψω, ότι έγραφα μου φαινόταν λίγο, ήταν πολλά κι άλλα τόσα όμορφα

ο Μπαντούκ κι ο Αλέξης και το Παραρλάμα

και οι νύχτες που τσακωνόμουν από αγάπη με τον Αγγελάκα στη Διαγώνιο πριν με κεράσει μεταξά στο Μπερλίν,

που ο Ηλίας ο Ζάικος έδινε μαθήματα,

που ο Γιώργος ήταν η Άνω Κάτω Ρεκορντς και η Ναταλία μου σύστηνε δισκάκια στο υπόγειο – τα έχω ακόμη, είστε εδώ δίπλα όλοι -,

που ο Θοδωρής κρατούσε το πατάρι του Στέρεο Ντισκ,

ο άλλος Θοδωρής μας κερνούσε μετά τη συναυλία του Χίτσκοκ,

που ο Φίμπεν ήταν ο Φίμπεν κι όχι ένας θρύλος,

που ο μικρός Τριανταφυλλίδης έπινε το ένα Β52 μετά το άλλο μέχρι τελικής πτώσεως και ούτε μου πέρναγε από το νου να ρωτήσω γιατί,

που ήμουν παράφωνη και ερωτευμένη με όλους τους,

που οι φίλοι μας άρχιζαν να παλεύουν με την πρέζα – μερικοί, ο Μίνως, η Παυλίνα, νίκησαν κιόλας, ναι ρε, νίκησαν,

μερικοί χάθηκαν σα ροκ εν ρολ σκυλιά και ακόμη χειρότερα…

Τι να σου πω για τη δεκαετία του 1980; Γιατί ξεκινούσα να γράψω για το Μπαντούκη που επέζησε με δύναμη και σεμνότητα σπάνια – “ήταν πάντα ξεχωριστός, επέζησε ακέραιος κι αυτό κάτι λέει” είπε ο Αριζόνας ο σοφός γέρων – και να σου όλα τα υπόλοιπα, όλη η ζωή που έζησα, που ζήσαμε, που κάποιοι τη βρίσκουν ζηλευτή, που έμεινε μόνο η αγάπη. Αυτή που απαντά στο τηλέφωνο δέκα, δεκαπέντε χρόνια μετά και είναι απαράλλαχτη, όπως η ομορφιά της ζωής και των ανθρώπων, όπως το φως του κόσμου που είμαστε όταν αγαπάμε.

Τώρα, λοιπόν, που ξεκινάει η καινούρια ιστοσελίδα, είπα πως ο φίλος μου έπρεπε να κόψει την κορδέλα των εγκαινίων. Θα το χαρεί, πιστεύω. Και θα το πει και του Αλέξη μας, ε; Επισήμως λοιπόν:

Κυρίες, κύριοι και αγαπημένα μου παιδιά, η Λοκαντιέρα εγκαταλείπει το μπλογκσποτ, μετακομίζει μονίμως εδώ και ανοίγει τη φωτισμένη γιορτινή αίθουσα με τη γιορτή της που ξαναβρέθηκε με αυτό που ποτέ δεν έχασε και τη συνέντευξη του Μπαντούκ που ξεκίνησε με ερωτηματικά Χριστούγεννα του 2006, μπήκε σε τροχιά απαντήσεων το Πάσχα του 2007 και δημοσιεύεται στην ολοκαίνουρια Λοκάντα Οκτώβριο μήνα.

Οι πηγές μου αναφέρουν ότι εθεάθης πολύ βόρεια. Τι κάνεις εκεί πάνω; Είδες τον Αη-Βασίλη; Θα μας φέρεις δώρα;

Θυμάμαι μιά αγγλική έκφραση που σε μετάφραση έλεγε “Αν θέλεις να κάνεις το Θεό να γελάσει, πες του τα σχέδιά σου”. Η ζωή λοιπόν τα τελευταία χρόνια με φέρνει να βρίσκομαι αρκετές φορές το χρόνο στη Φινλανδική Λαπωνία, λίγο πιό βόρεια από τον Αρκτικό Κύκλο, γιά οικογενειακούς κατ’ αρχή λόγους.

Είναι μιά ωραία ευκαιρία γιά μένα να βλέπω κάποια πράγματα από μιά πολύ διαφορετική γωνία, να νοιώθω μιά ευχάριστη, σε μένα τουλάχιστον, αίσθηση απομάκρυνσης χωρίς να χάνω την επαφή μου με τον υπόλοιπο κόσμο, να εστιάζω σε ό,τι στ’ αλήθεια με ενδιαφέρει και να βρίσκομαι κοντά και μέσα σε ένα σωρό τόπους και μέρη που μου ασκούσαν μιά ανεξήγητη γοητεία από την παιδική μου ηλικία.

Ο Αη-Βασίλης είναι πλέον γνωστός της οικογένειάς μας και τον έχουμε επισκεφτεί στην αίθουσα υποδοχής που έχει γιά εμάς τους κοινούς θνητούς αρκετές φορές. Σχέδιό μου βέβαια είναι να επισκεφθώ το εργαστήριό του στο μυστηριώδες και δυσπρόσιτο Korvatunturi. Κατάφερα να ετοιμάσω και μερικά μουσικά δώρα όσο βρισκόμουν τις νύχτες στο δωμάτιο με θέα τον αρκτικό ουρανό πασπαλισμένο με δόσεις από Βόρειο Σέλας: είναι μερικές διασκευές/αναπροσαρμογές στο The Universe, το κομμάτι που μας έφερε κοντά μετά από όλο αυτό τον καιρό. Αν και γιά κάποιο λόγο νομίζω οτι ακόμα και αν έλειπε η τακτική επαφή, δεν είμασταν ποτέ μακριά.
Οποιος θέλει να το ακούσει, να το κατεβάσει μαζί με άλλες μουσικές μου που αλλάζουν από καιρού εις καιρόν και να μάθει κάποια νέα μου μπορεί να το κάνει στο www.myspace.com/bandoekmusic.

Σε ξαναβρίσκω – αν και δε σε έχασα ποτέ – γιατί με τσίγκλησε το τραγούδι σου για τα μπλογκς. Μου το έστειλε η Χουανίτα σημειώνοντας σε ποιό χρόνο ακριβώς ακουγόμαστε – τα ονόματα των μπλογκ μας. πως γεννήθηκε αυτό το τραγούδι; ΤΙ σηματοδοτούν τα μπλογκς για σενα; Εχεις μπλογκ; Θες να μου πεις; Γιατί αυτό το μέσο έχει τραβήξει τόσα άτακτα παιδιά από τη γενιά μας; Τι δε μπορέσαμε ακόμη να πούμε και γιατί;

Εξηγούμαι γιά να μην παρεξηγούμαι – το τραγούδι δεν είναι δικό μου αλλά του Θανάση Παπακωνσταντίνου που όχι μόνο είχε την αρχική ιδέα αλλά έκανε και το αρχικό στήσιμο στο στούντιο.

Στη συνέχεια βέβαια είχε την ευγενή καλωσύνη να μου ζητήσει να βάλω το χεράκι μου στο ηχητικό αποτέλσμα και τη φωνή μου απαγγέλοντας / διαβάζοντας όλα αυτά τα ονόματα των υπέροχων γνωστών και αγνώστων σε δύο, ή τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον περισσότερες γλώσσες. Αυτό όμως που θα βρείτε στο myspace μου είναι κάτι τελείως δικό μου.

Τώρα τα blogs γιά μένα είναι ένα από τα ωραιότερα και γνησιότερα πράγματα που δημιούργησε η εποχή μας μέσα σε ένα μέσο όπως το ίντερνετ που γιά μένα τουλάχιστον έχει αντικαταστήσει ένα μεγάλο μέρος των εντύπων, του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης που θα κατανάλωναν υπό άλλες συνθήκες το χρόνο μου. Εχουμε πήξει στους μιντιοκολοσσούς και στους επίδοξους “θέλω να γίνω χαλίφης στη θέση του χαλίφη” ακόλουθούς τους, σε μιά στυλιζαρισμένη και πάρα πολλές φορές κακόγουστη απεικόνιση των όσων συμβαίνουν, στην ασταμάτητη προσπάθεια γιά να μεταβληθούμε όλοι μας σε ασήμαντα και αναλώσιμα στοιχεία μιάς επίπλαστης πραγματικότητας.

Ναι, χιλιάδες πράγματα μπορεί να συμβαίνουν, αλλά τι έχει στ΄αλήθεια σημασία; Σκέψου πόσοι προσπαθούν να μας κάνουν να υμνήσουμε τη γκλαμουρο- πραγματικότητα που πιστεύουν οτι ζούν, προσπαθώντας να μας επιβάλλουν ιδέες και απόψεις και αγνοώντας το οτι έχουμε το δικαίωμα να μη μας ενδιαφέρουν όλα αυτά ούτε στο ελάχιστο. Ετσι το blog είναι η μικρή, προσωπική αντίσταση του καθενός μας σ’ όλον αυτόν τον ορυμαγδό.

Υπάρχει η ανάγκη να πείς και να γράψεις κάποια πράγματα, κι ας στείλεις αυτό που περιέγραφα σ’ ένα παλιότερο ανέκδοτο μπαντουκοάσμα “ραδιοκύματα στο πουθενά”. Κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, έρχεται μιά μικρή, αναπάντεχη έκπληξη και καταλαβαίνεις οτι δεν είσαι μόνος – κι αν αυτό δεν είναι ένας μικρός θρίαμβος απέναντι σ’ όλους αυτούς κι όλα αυτά που προσπαθούν να σε κάνουν να νοιώσεις μόνος, ασήμαντος κι οτι υπάρχεις καταχρηστικά σ’ αυτή τη γή, τότε τι είναι; Και πως από την άλλη ξεχωρίζεις το γνήσιο από το φτιαχτό σ’ όλη αυτή την ιστορία, από όλες τις διασημότητες που θέλουν να δείξουν το πόσο μοντέρνα σούπερ κουλ γουάου άτομα είναι και θα βάλουν κάποιους άλλους να φτιάξουν ένα blog γιά λογαριασμό τους ώστε να “διαμορφώσουν το επιθυμητό προφίλ”, χωρίς φυσικά να έχουν ιδέα γιά το τί γράφεται εκεί μέσα;

Τα άτακτα παιδιά της γενιάς μας είχαν να αντιμετωπίσουν ένα διαφορετικού είδους μπλοκάρισμα. Μεγαλώνοντας σε μιά εποχή που η πληροφορία ήταν σπάνιο και πολύτιμο είδος, ανέπτυξαν την ικανότητα να τη μαζεύουν και να την αξιοποιούν από οπουδήποτε. Ξαφνικά ο κόσμος άλλαξε, όλα άρχισαν να πηγαίνουν πιό γρήγορα και γεμίσαμε πληροφορία από εκεί που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε οτι υπάρχει. Πολλοί κόλλησαν, φρίκαραν, απογοητεύτηκαν, αποσύρθηκαν. Αυτό που ξαφνικά απέκτησε σημασία δεν ήταν η ικανότητα να μαζεύεις την πληροφορία όσο η ικανότητα να φιλτράρει κανείς όλο αυτό τον όγκο πληροφοριών και να κρατάει μόνο αυτά που γιά τον άλφα ή βήτα λόγο είναι σημαντικά γιά αυτόν.

Το blog είναι και ένα μέσο γιά να δείξουμε τι έχει στ’ αλήθεια σημασία γιά εμάς και να συνειδητοποιήσουμε οτι δεν είμαστε οι μόνοι που πιστεύουμε κάποια πράγματα. Ολο αυτό το μπλοκάρισμα που περιέγραψα νομίζω οτι εμπόδιζε και εμποδίζει κόσμο να βγάλει αυτά που έχει μέσα του, αλλά ας μην ξεχνάμε οτι μπορεί να έχουμε και μιά γερή συγκρότηση που θα μας επιτρέψει να έχουμε ένα πολύ δυνατό φίλτρο και να βγάλουμε οτι έχουμε να πούμε παλεύοντας κάθε μέρα σ’ έναν κόσμο που επιμένει να στραβώνει γιά χίλιους δυό λόγους.

Πως είναι η συνεργασία σου με τον Παπακωνσταντίνου; Ποιά είναι τα προσωπικά σου προτζεκτς; ποιό είναι το myspace url σου? Πόσοπ γουστάρεις να παίζεις ακόμη με τον Αλέξη; Εκείνος ο μυστικός δεσμός των αδελφών είναι ακόμη και τώρα, που έχετε τις δικές σας οικογένειες, τόσο ισχυρός;

Η συνεργασία μου με το Θανάση Παπακωνσταντίνου έχει κρατήσει γύρω στα πέντε δημιουργικά χρόνια αυτή τη στιγμή. Αν και σύντομα η μπάντα μας θα σταματήσει να υπάρχει με τη μορφή που έχει σήμερα – δεν ξέρουμε αν, πως και πότε θα ξαναπαίξουμε όλοι μαζί – συνειδητοποιώ ήδη και το πόσα πράγματα έμαθα, πόσο πειραματίστηκα και, παρ’ όλα τα σκαμπανεβάσματα που πέρασε μιά τέτοια μπάντα με αρκετά ταραχώδη ιστορία, πόσο τελικά αποκομίζω μιά ευχάριστη, θετική αίσθηση από όλα αυτά που έγιναν.

Ολοι μαζί καταφέραμε να κάνουμε φαινομενικά ανόμοια πράγματα να συνυπάρξουν, να συνεργαστούν και να δημιουργήσουν – και σε καμμία περίπτωση σε επιφανειακό επίπεδο.

Εδώ τώρα μπαίνουν και τα προσωπικά προτζεκτ στην όλη εικόνα, γιατί όσο κι αν στην όλη συνεργασία με το Θανάση Παπακωνσταντίνου απολαμβάνω μιά ζηλευτή εκφραστική ελευθερία, δεν παύω να υπηρετώ το εκφραστικό όραμα κάποιου άλλου και να έχω και μία, ή και περισσότερες, πλευρές που θέλω να βγάλω προς τα έξω. Κάθε μπάντα γιά μένα είναι αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού, απλά ένιωσα απελευθερωμένος όταν συνειδητοποίησα οτι μπορώ να καλύπτομαι συνολικά κάνοντας διαφορετικούς συμβιβασμούς με διαφορετικούς ανθρώπους.

Ετσι υπάρχουν οι Tabako, το μουσικολογοτεχνικό τρίο που αποτελείται από τον Κώστα Βόμβολο στο ακορντεόν, στο λάπτοπ και στη φωνή, τον Τάσο Μισυρλή στο τσέλο και στη φωνή και εμένα στην ηλεκτρική κιθάρα και στη φωνή.

Υπάρχουν οι Boom State που έχω αρχίσει να παίζω μαζί τους και επιτέλους το άλμπουμ τους κυκλοφορεί από τη Run Devil Run. Υπήρχαν τα τρίιντσα σιντάκια που έφτιαξα μόνος μου και διέθεσα με το όνομα uvm – λέω “υπήρχαν” γιατί έχουν εξαντληθεί. Ενα κομμάτι μπορείτε να βρείτε στην υπέροχη, χορταστική διπλή συλλογή της Run Devil Run Little People, Big Noise.

Υπάρχει η συνεργασία μου με το Θέατρο Χώρος από το 2004 με πιό γνωστή την παράσταση Golfw 2.3 beta που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών πέρυσι και περιόδευσε από το Φεστιβάλ Πατάτας στο Νευροκόπι μέχρι το Bios πρόσφατα. Υπάρχει και το άλμπουμ Nosferatu στην αγγλική Leo Records σε συνεργασία με το Σάκη Παπαδημητρίου και τη Γεωργία Συλλαίου, αποκορύφωμα της ενασχόλησής μας με τα ζωντανά, αυτοσχεδιαστικά soundtracks σε βουβές ταινίες από τη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία. Παίρνετε μιά ιδέα, μπορώ να συνεχίσω γιά αρκετή ώρα τώρα που το σκέφτομαι.

Οποιος ενδιαφέρεται μπορεί να παρακολουθεί το www.myspace.com/bandoekmusic και να μαθαίνει από πρώτο χέρι με τι ασχολούμαι και που προκειται να εμφανιστώ ζωντανά. Υπόσχομαι να είμαι καλό παιδί και να γράφω συχνότερα μπλογκς, αλλά το σημαντικότερο είναι οτι εκεί υπάρχει πάντα ανέκδοτη (κυρίως) μουσική μου γιά ακρόαση και, γιατί όχι, κατέβασμα. Γράφω συνέχεια και μου αρέσει!

Γιά λόγους που συχνά μου φαντάζουν ανεξήγητοι ο αδελφός μου εξακολουθεί να είναι ο αγαπημένος μου ντράμερ και μετά από πάνω από είκοσι χρόνια μουσικής έχουμε καταλάβει οτι μοιραζόμαστε κάτι που τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει.

Θες να πούμε γιατί σε φωνάζουμε Μπαντούκ – πόθεν το όνομα;

Εχω πετύχει διάφορες ερμηνείες γιά τη λέξη Μπαντούκ και συνεχίζουν να με διασκεδάζουν. Ηταν ένα παρατσούκλι που μου το κόλλησαν στο σχολείο και όχι γιά ιδιαίτερα κολακευτικούς λόγους, απ’ ό,τι θυμάμαι. Από κει και πέρα το πως ένα παιδικό πείραγμα που έγινε γιά να με κάνει να νοιώσω άβολα εξελίχθηκε σε κάτι που δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο παρά ο εαυτός μου και μετά από κάποιο καιρό το χαιρόμουν όσο κάποιος θα χαιρόταν μιά ολόδική του προσωπική ταυτότητα είναι μιά αρκετά μεγάλη ιστορία.

Ξαφνικά ένιωσα τελείως αλλιώς όταν κατάλαβα οτι είχα φτιάξει ένα όνομα που δεν θα μπορούσε να ανήκει σε κανέναν και αυτό που ήταν μειονέκτημα είχε γίνει ένα βολικό παιχνίδι στα χέρια μου. Συχνά ενεργοποιεί και ένα σωρό άλλα αντανακλαστικά σε κόσμο που αφού τους φαίνεται περίεργο με ρωτάει από που είμαι ( η απάντηση είναι η ερώτηση “Από που θα σας βόλευε;”) και με συγχαίρει γιά τα ελληνικά που μιλάω (κι εγώ κάνω το ίδιο γιά αυτούς).
Τι θυμάσαι από την εποχή των Noise Promotion Company? Τι θυμάσαι από το σπίτι στον 7ο όροφο, τότε που ατελείωτες ώρες συζητούσαμε για σουρρεαλισμό;

Θυμάμαι να φτιάχνουμε σιγά-σιγά τη μουσική μας και να βρίσκουμε το δρόμο μας μέσα από ατέλειωτες πρόβες σ’ ένα περίεργο σπίτι που είχε γίνει μέρος του όλου μύθου μας. Θυμάμαι να ανακαλύπτουμε ένα σωρό πράγματα που μας ερέθιζαν τη φαντασία και να προσπαθούμε να τα συνταιριάξουμε. Θυμάμαι τις προσπάθειες γιά το πρώτο λάιβ, τα πρώτα λάιβ, δεν πρόκειται να ξεχάσω μιά αίσθηση που ήρθε ξαφνικά στη σκηνή και μας έκανε να καταλάβουμε οτι μπορούσαμε να φτιάξουμε κάτι πολύ πιό δυνατό απ’ όσο νομίζαμε.

Θυμάμαι καυγάδες, αντικείμενα και όργανα να εκτοξεύονται, λάθη, απογοητεύσεις και την προσπάθεια να προχωρήσουμε αυτό που κάναμε σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο. Οσο το σκέφτομαι πιστεύω οτι τα λάιβ στο στέκι της Φιλοσοφικής το 1989, λίγο πριν σταματήσουμε να υπάρχουμε, ήταν αυτό που μας έδωσε την αίσθηση οτι καταφέραμε να πετύχουμε τους στόχους που είχαμε βάλει σε περισσότερες από μία διάσταση. Ναι, ήταν κρίμα που σταματήσαμε, απλά οι ζωές μας τραβούσαν διαφορετικούς δρόμους και νιώθαμε μάλλον ανίσχυροι γιά να κάνουμε κάτι γι’ αυτό.

Οσο γιά το σπίτι στον έβδομο όροφο που κάποτε έμενε και μιά συμμαθήτριά μου στο δημοτικό, αυτό γιά μένα ανήκει πιά στο υλικό ιστοριών, διηγημάτων, μυθιστορημάτων…περνάω από ένα σημείο της Εγνατίας απ’ όπου το διαμέρισμα φαίνεται να είναι ακόμα εκεί.

Γίνεται όσο μου απαντάς να μουρμουρίζεις το Guns of Brixton;

Δεν νομίζω οτι είναι ένα τραγούδι που θα μπορούσε να μουρμουρίσει κανείς…μ’ αρέσει να σκέφτομαι οτι το λέω μέσα από την αναπνοή μου με σφιγμένα δόντια ☺ η ιδέα και μόνο του μουρμουρίσματος μου φέρνει στο μυαλό μιά χαλαρότητα που δεν μου πολυταιριάζει. Μου άρεσε που μου το θύμισες όμως, συνειδητοποιώ πως μιά έμπνευση που είχα έβγαλε στην επιφάνεια ένα κρυμμένο συλλογικό ασυνείδητο.

Τι να πω του Ολντ Μπόυ που σε βλέπει στον ύπνο του; Είσαι καλό ή κακό σημάδι;

Πες του οτι τον ζηλεύω που μπορεί και κοιμάται. Και πολλές φορές τα σημάδια είναι απλά αυτό που θέλουμε να είναι.

Γεύση από Μπαντουκ: “Tο βίντεο είναι από το Φεστιβάλ Πειραματικής Μουσικής Ινάρι ή iFEM, που έγινε το Σεπτέμβριο, από το νησάκι Ουκκο άιτζιι στη λίμνη του Ινάρι, σχεδόν στον 69ο παράλληλο. Εδώ παίζουμε παιγνιδάκια στο ακατοίκητο ιερό νησί με φίλους από τη Λιθουανία. www.ifem.fi Ακολούθησε μια εντελώς avant garde κρουαζιέρα στη λίμνη!”

Στις φωτογραφίες τα Μπαντουκοκόριτσα και η μικρή καινούρια πατρίδα του Βορρά. Όλα, ακόμη μια δωρεά του φίλου μου. Μπαντούκ μου, συγχώρα με που άργησα – ύστερα, τι να μας πει κι ο χρόνος, ε;

Καταχωρημένο ως: Αταξινόμητον, Προσωπικά, Τέχνη.



13 σχόλια/σχολιανά στο Εκείνα που μας έφεραν κοντά

  1. gregykapogeorge έφα:

    Με γειά! Εξαιρετικό το όλο σκηνικό! Ζηλεύω…

    Πάω τώρα να διαβάσω και την κειμενάρα από πάνω, μια και δεν κρατιόμουν για να πώ τα συγχαρίκια!

  2. Αν και έφτασε μακρυά για να βρει το δικό του “παράδεισο”, καταφέρατε να βρεθείτε και πάλι. Από τις όμορφες στιγμές της ζωής.
    Καλορίζικο το νέο σου “σπιτικό” Μιραντό!!!

  3. fevis έφα:

    καλορίζικο το καινούριο σπίτι!! Με το καλό….

  4. Σπύρος έφα:

    Kαλή επανέναρξη τών εργασιών σάς εύχομαι.!!!
    Βλέπω ερυχωρία και φωτεινά δωμάτια πάντως.Εύγε.

  5. Χαίρετε! Καλορίζικο τὸ νέο σπίτι!
    Πολὺ ὄμορφο· εἰδικῶς αὐτὴ ἡ παλιὰ γραφομηχανὴ ἐκεῖ πάνω, πολὺ μοῦ ἀρέσει! :-)

  6. mirandolina έφα:

    Σας ευχαριστώ όλους τους φίλους – να είστε καλά!

  7. Chumba έφα:

    Με γεια τη σπιταρόνα φιλενάδα. Και με πιο συχνή παρουσία τώρα, έτσι;

    (δεν είμαι αρχηγός, δεν είμαι αρχηγός)

  8. lemon έφα:

    Συγκινούμαι, κάπου έκει γύρω ήμασταν κι εμείς, στο penny lane…
    Καλορίζικη, καλούς δρόμους να έχεις, να ταξιδεύουμε…

  9. old boy έφα:

    Φαίνεται ονειρεύομαι και σε σίκουελ τώρα :)
    «Να βγαίνεις απ’ το όνειρο
    να κατεβάζεις τα πουλιά
    στον ύπνο πάλι να περνάς
    κι ύστερα στο δωμάτιο».

    Όταν ξυπνήσω ελπίζω τουλάχιστον το σκέλος του καινούριου μπλογκ σου να είναι αληθινό.
    Καλορίζικη.

    Θα έλεγα και στον Μπαντούκ κάτι, αλλά ό,τι και να πω θα είναι δυσανάλογο σε σχέση με όσα έχω πάρει τόσα χρόνια από την μπάντα. Ας μείνει ως εκκρεμότητα λοιπόν, γιατί τελικά είναι καλό πράγμα να νιώθουμε ότι χρωστάμε σε ορισμένους ανθρώπους.

  10. mirandolina έφα:

    Καλώς ορίσατε όλοι κι ευχαριστώ για τις ευχές – εσκί μου, εσύ κι η Χουανίτα είσασταν η αιτία και σας ευχαριστώ διπλά.

  11. Ξεκινά κι αυτό τόσο όμορφα!
    Μπερδεύομαι ακόμα με την τεχνολογία αλλά ακολουθώ έστω και ασθμαίνων. Καλορίζικο! :-)

  12. Καλορίζικον το νέον στέκιον. Σε ποιό παράλληλο Σύμπαν Θεσσαλονίκης έζησες… πώς στο καλό προλάβαινες και τη Σχολή;;;;

    Σ;))))

  13. Μαρίνα Φραγκίσκου έφα:

    βανδουκ οε, οε οεοεοε

    (πρωτοτύπησα πάλι η γυναίκα!!!!!!! μα ποια είμαι επιτέλους???)

Εσείς τι λέτε;

Tο ημέηλ σας δεν θα δημοσιευτεί. Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά.


Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία HTML: <b> <blockquote> <cite> <code> <em> <i> <strong>