Μια τοποθέτηση του Γ. Καραμπελιά για το οικολογικό ζήτημα – μια συνολική πρόταση αντί των μερικών, αποσπασματικών, λάιτ, φρουρου και τρεντυ μεσοβέζικων θέσεων που κατακερματίζουν την αλήθεια
Ρινίσματα Βωξίτες και άλλα μέταλλα.
Αγενή.
Ρινίσματα που τα φυσούν μαγνήτες.
Σαν τα παιδιά σου άλλα στα ξένα και άλλα στα Xenia.
Γιατί δεν έχει μέσα κι έξω πια πάνω και κάτω.
Ο τόπος φεύγει δίπλα στ’ ακίνητα τραίνα,
γαζωμένος από φωτογραφικές μηχανές.
Χειρολαβές μπήγονται στον εγκέφαλο,
μικρόφωνα, κεραίες τηλεοράσεως.
Χτίζουν το μέλλον κάτω απ’ τη μύτη μας.
Πανύψηλο, μας αφήνει απ’ έξω.
Μιχάλης Γκανάς, Ακάθιστος Δείπνος
Η απάντηση στο ερώτημα (του τίτλου) είναι πολύ πιο περίπλοκη απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να υποθέσουμε. Και δεν τίθεται για πρώτη φορά. Ήδη από τη στιγμή της εμφάνισης του ανθρώπου στην ιστορία, από την εμφάνιση του «αυστραλοπιθήκου», τη μετεξέλιξή του σε homo erectus και την επέκταση του homo sapiens, σε κάθε στιγμή εξάντλησης των φυσικών πόρων, ή σχετικού υπερπληθυσμού, σε ένα δεδομένο ιστορικά χώρο ή πλαίσιο, το ζήτημα ανέκυπτε με οξύτητα.
Η δε απάντηση δινόταν με ποικίλους τρόπους. Είτε άμεσα, με μετανάστευση ή λιμό, είτε, λιγότερο ή περισσότερο μακροπρόθεσμα, μέσω του βιολογικού ή του τεχνολογικού μετασχηματισμού: σταδιακή εξέλιξη προς περισσότερο προσαρμοσμένους γενετικά τύπους ανθρώπου, με κατάληξη τον homo sapiens με την «ανακάλυψη» της γεωργίας ή νέων τεχνολογικών μεθόδων –άροτρο, καλλιέργεια αρδευόμενων δημητριακών, όπως το ρύζι, περισσότερες φορές το χρόνο, κ.ο.κ.– μέχρι τη βιομηχανική επανάσταση και την παγκόσμια επέκτασή της.
Η ιστορικότητα των οικολογικών ορίων
Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα έχει ιστορικό χαρακτήρα, ή τουλάχιστον με τέτοιο τρόπο ετίθετο μέχρι σήμερα. Κάθε μορφή ανθρώπινης εγκατάστασης, κάθε μορφή πολιτισμού, συναντούσε ή συνάντησε τα δικά της «όρια στην ανάπτυξη».
Ο αρχαίος πληθυσμός της Μεσοποταμίας μειώθηκε όταν οι εύφορες αρδευόμενες εκτάσεις ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη, που έθρεψαν τους πρώτους πολιτισμούς (και συγκρότησαν τις πρώτες πόλεις, περίπου δέκα χιλιάδες χρόνια πριν), κατέρρευσαν, κάτω από το βάρος του υπερπληθυσμού και της υπερκαλλιέργειας, μετατρεπόμενες σε ερήμους.
Η αρχαία Ελλάδα απάντησε στον σχετικό υπερπληθυσμό της με την επέκταση των πόλεων, με τη μετανάστευση, τον αποικισμό, για να συρρικνωθεί πληθυσμιακά μετά τους Ρωμαίους και να προσεγγίσει και πάλι τα πληθυσμιακά μεγέθη της αρχαιότητας μόλις δεκαπέντε αιώνες μετά.
Η επέκταση των νεολιθικών φυλών της Νέας Γουινέας ή του Αμαζονίου πέρα από το ένα άτομο ανά μερικά τετραγωνικά χιλιόμετρα (ο πληθυσμός της Νέας Γουινέας δεν ξεπερνούσε τα 300.000 άτομα σε μια έκταση 800.000 τετρ. χιλιομέτρων) αποτελούσε «υπερπληθυσμό» και όριο στην «ανάπτυξη».
Το πρόβλημα δηλαδή των ορίων της ανάπτυξης ετίθετο κάθε φορά συγκεκριμένα στον ορίζοντα και η απάντηση μίας ή περισσότερων ανθρώπινων γενεών ήταν: Ναι, υπάρχουν οικολογικά όρια στην ανάπτυξη.
Μόνον ο ιστορικός μπορούσε να διακρίνει την πιθανότητα μιας διαφορετικής απάντησης, μέσω των μεγάλων μετακινήσεων, μέσω των τεχνολογικών μετασχηματισμών, της αλλαγής των διατροφικών και καλλιεργητικών συνηθειών κ.λπ. Όλοι λοιπόν οι ανθρώπινοι πολιτισμοί αντιμετώπισαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, και συχνά περισσότερο πιεστικά απ’ ό,τι ο δικός μας, το ζήτημα των οικολογικών ορίων της ανάπτυξης. Γι’ αυτό και από κάποιο σημείο «ανάπτυξης» και μετά, περνούσαν σε σταθεροποίηση, «στασιμότητα» ή και παρακμή.
Ο ανθρώπινος πληθυσμός σε πλανητικό επίπεδο δεν ξεπέρασε ποτέ τα 4 εκατομμύρια άτομα για τα δεκάδες χιλιάδες χρόνια της παλαιολιθικής ή νεολιθικής εποχής. Αυτό ήταν το οικολογικό όριο της επέκτασης του νεολιθικού προγόνου μας!
Την εποχή της κλασικής αρχαιότητας, μετά την εξάπλωση της αγροτικής επανάστασης, στην κοιλάδα του Ινδού, του Γάγγη και του Κίτρινου Ποταμού, θα φτάσει τα 100 εκατομμύρια πληθυσμό μέσα σε μερικές χιλιάδες χρόνια αύξησης. Στην αυτοκρατορική ρωμαϊκή περίοδο θα φτάσει τα 200 εκατομμύρια, δηλαδή θα διπλασιαστεί μέσα σε εξακόσια χρόνια περίπου.
Τα επόμενα χίλια χρόνια η αύξηση θα είναι ασήμαντη, γύρω στα 60 εκατομμύρια (265 εκατομμύρια πληθυσμός το 1000). Επρόκειτο για τα «όρια της ανάπτυξης» των προκαπιταλιστικών, προβιομηχανικών κοινωνιών. Όμως την επόμενη χιλιετία ο πληθυσμός θα αυξηθεί περίπου είκοσι φορές! Και μάλιστα με επιταχυνόμενο ρυθμό.
Ο πρώτος διπλασιασμός θα πραγματοποιηθεί γύρω στα 1600. Ο ανθρώπινος πληθυσμός θα ξεπεράσει σε εξακόσια χρόνια τα 500 εκατομμύρια. Το 1900, σε τριακόσια χρόνια, θα έχει τριπλασιαστεί, φτάνοντας τα 1.600 εκατομμύρια περίπου. Και σε εκατό χρόνια ακόμα, μέχρι το 2000, σχεδόν θα τετραπλασιαστεί (σήμερα είναι ήδη 5,6 δισεκατομμύρια)!
Η βιομηχανική εποχή είναι η πρώτη στην ανθρώπινη ιστορία που προκάλεσε τέτοια επιτάχυνση της πληθυσμιακής επέκτασης και της χρησιμοποίησης των φυσικών πόρων, που εκατονταπλασιάζεται, με αποτέλεσμα το ζήτημα των οικολογικών ορίων της ανάπτυξης να θεωρηθεί από το καπιταλιστικό φαντασιακό ως ψευδοπρόβλημα. Και τούτο διότι οι αλλαγές στην τεχνολογία ήταν τέτοιας κλίμακας, ώστε, μέσα στα όρια μίας ανθρώπινης γενιάς, να πολλαπλασιάζεται η παραγωγή και το εισόδημα, ή τουλάχιστον να αυξάνεται παρά την αύξηση του πληθυσμού.
Κατά συνέπεια το οικολογικό κίνημα, θέτοντας εκ νέου το ζήτημα των «ορίων της ανάπτυξης», μετά από εκατόν πενήντα ή διακόσια χρόνια ξέφρενου βιομηχανισμού, δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επαναφέρει έναν προβληματισμό που διατρέχει ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία.
Πράγματι, όλες οι προηγούμενες ανθρώπινες κοινωνίες είχαν συνείδηση των οικολογικών ορίων και κινδύνων, άσχετα με το αν εντέλει κατόρθωσαν να τους αντιμετωπίσουν. Όλοι οι αγροτικοί πληθυσμοί μέχρι σήμερα προσπαθούσαν να εναρμονίσουν την επέκταση και τις καλλιέργειές τους με τα οικολογικά και περιβαλλοντικά δεδομένα. Πρόκειται για μια αρχέγονη οικολογική σοφία, που θα προσπαθήσει να καταστρέψει ο καπιταλιστικός και σοσιαλιστικός βιομηχανισμός, με τις γνωστές συνέπειες. Και για να μην αναφερόμαστε συνέχεια στους Ινδιάνους, ας δούμε τι συνέβαινε στους αρχαίους Αθηναίους. Η πληθυσμιακή άνοδος που παρατηρείται γύρω στο 650 π.Χ. οδηγεί στην αποδάσωση και τη διάβρωση του 80% των εδαφών εξαιτίας της υπερβόσκησης.
Ο Πεισίστρατος θα επιβάλει αργότερα την καλλιέργεια της ελιάς, ως του μόνου δέντρου που μπορούσε να αναπτυχθεί στο αποσαθρωμένο έδαφος της περί την Αθήνα Αττικής. Ο Ηρόδοτος, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης θα μιλήσουν για το ζήτημα, αλλά θα αρκεστούμε εδώ σε ένα απόσπασμα από τον Κριτία του Πλάτωνα, για τις συνέπειες της αποδάσωσης:
«…Ό,τι απομένει σήμερα σε σύγκριση με αυτό που υπήρχε μοιάζει με τον σκελετό ενός άρρωστου ανθρώπου, μια και όλη η πλούσια και μαλακή γη έχει χαθεί, και μόνο το γυμνό υπόβαθρο του εδάφους έχει απομείνει… υπάρχουν μερικά βουνά που πλέον δεν έχουν τίποτε άλλο παρά τροφή για τις μέλισσες, ενώ λίγο καιρό πριν είχαν… άφθονα καλλιεργούμενα δέντρα και… αμέτρητα λιβάδια για τα κοπάδια. Επιπλέον εμπλουτίζονταν από τις ετήσιες βροχές που έριχνε ο Δίας, οι οποίες δεν χάνονταν, όπως τώρα, κυλώντας από τη γυμνή γη στη θάλασσα, αλλά το έδαφος ήταν βαθύ και απορροφούσε το νερό, αποθηκεύοντάς το και… προμήθευε όλες τις περιοχές με άφθονα νερά από τις πηγές και τα ρυάκια, όπου τώρα έχουν απομείνει μόνο τα λείψανα των πηγών που κάποτε υπήρχαν…».
Η οικολογία λοιπόν δεν αποτελεί καινοτομία επειδή θέτει το ζήτημα των ορίων, αλλά διότι το θέτει στα πλαίσια της βιομηχανικής κοινωνίας, επαναφέροντας μια συζήτηση που έμοιαζε ξεχασμένη και ξεπερασμένη μέχρι χθες, και προφανώς το επανατοποθετεί στην κλίμακα εκείνη που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση του παραγωγικού συστήματος, δηλαδή για πρώτη φορά σε πλανητική κλίμακα, κάτι που βέβαια δεν μπορούσε να συμβεί στο παρελθόν.
Οικονομετρικός λογισμός και περιβάλλον
Μόνο στη σύγχρονη εποχή μπορούσε να παραχθεί αυτός ο ιδιαίτερος τύπος κοινωνίας και σκέψης, σύμφωνα με τον οποίο η οικονομία όχι μόνο αυτονομείται από τις υπόλοιπες ανθρώπινες δραστηριότητες και τη βιόσφαιρα, αλλά και επιβάλλει τη λογική της σε αυτές. Πρόκειται για τη χαρακτηριστικότερη περίπτωση αναγωγισμού και «ρεντουκσιονισμού» της σύγχρονης ιστορίας, με ανυπολόγιστες συνέπειες: Ο οικονομικός ορθολογισμός της οικονομίας της αγοράς αποκλείει από τη λογική του και τα αναπαραγωγικά του σχήματα τόσο την υπόλοιπη ανθρώπινη δραστηριότητα όσο και τη φύση.
Ο Ρενέ Πασέ στο, κεφαλαιώδες για τη σύγχρονη σκέψη, έργο του, L’ économie et le vivant, θα δείξει πως η οικονομική σκέψη, όσο αναπτύσσεται ο καπιταλισμός, θα εγκαταλείπει κάθε αναφορά στη συνολική κοινωνία και τη φύση και θα ανάγεται σε ανεξάρτητη σφαίρα, επιχειρώντας να επιβάλει τη στενά οικονομική λογική στο σύνολο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Ο οικονομετρικός και οικονομοτεχνικός λογισμός αποτελούν την ουσία αυτού του περιβόητου εργαλειακού ορθολογισμού, που καταγγέλλει η σύγχρονη κριτική σκέψη.
Οι τελευταίοι οικονομολόγοι που θα εντάξουν στη λογική και στις μετρήσεις τους τη φύση θα είναι οι φυσιοκράτες, στον 18ο αιώνα, πριν καλά-καλά εδραιωθεί η βιομηχανική επανάσταση. Από τον Σμιθ και τον Ρικάρντο, η οικονομική σκέψη και ο ορθολογισμός της θα στηρίζεται στο εξής σε μια αυξανόμενη απομάκρυνση οικονομίας και φύσης. Ο Σάι θα δηλώσει απερίφραστα:
«Οι φυσικοί πόροι είναι ανεξάντλητοι, γιατί διαφορετικά δεν θα τους αποκτούσαμε δωρεάν. Επειδή δεν μπορούν ούτε να πολλαπλασιαστούν ούτε να εξαντληθούν, δεν αποτελούν αντικείμενο των οικονομικών επιστημών».
Η γαιοπρόσοδος εκφράζει απλώς τη σχετική σπανιότητα ή αφθονία των φυσικών πόρων και όχι κάποιον φυσικό ή βιολογικό περιορισμό, και προφανώς δεν εισέρχεται στα σχήματα της οικονομικής αναπαραγωγής, που αφορούν στο σταθερό κεφάλαιο, το μεταβλητό (μισθούς) και την υπεραξία-κέρδος (Κ= Σ+Μ+Υ, σύμφωνα με το μαρξιστικό σχήμα της αναπαραγωγής).
Ο Μαρξ, στην παράδοση του Ρικάρντο, μέσα από τον διαχωρισμό αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας, θα μπορούσε ίσως να συμπεριλάβει τη φύση στην οικονομική μέτρηση. Στο Κεφάλαιο, σε ορισμένα αποσπάσματα, δείχνει να παίρνει πλήρως υπόψη του την οικολογική παράμετρο:
«…Η καπιταλιστική παραγωγή… διαταράσσει το ρεύμα της ανταλλαγής της ύλης ανάμεσα στον άνθρωπο και το έδαφος, δηλαδή εμποδίζει την επιστροφή στο έδαφος αυτών των στοιχείων που ο άνθρωπος καταναλώνει για να τραφεί και να ντυθεί. Κατά συνέπεια, παραβιάζει τις απαραίτητες συνθήκες για μια διαρκή απόδοση των εδαφών… Εξάλλου, κάθε πρόοδος της καπιταλιστικής γεωργίας αντιπροσωπεύει μια πρόοδο όχι μόνο στην τέχνη του ξεζουμίσματος των εργαζομένων, αλλά και σε εκείνη της εκπτώχευσης της γης. Κάθε πρόσκαιρη βελτίωση της γονιμότητας των εδαφών μάς φέρνει πλησιέστερα στις συνθήκες μιας οριστικής καταστροφής των πηγών αυτής της γονιμότητας.
»Όσο περισσότερο μια χώρα στηρίζει τη βάση της ανάπτυξής της στη δημιουργία μιας σύγχρονης βιομηχανίας, όπως για παράδειγμα οι Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο η διαδικασία της καταστροφής συνεχίζεται με ταχύτερους ρυθμούς. Έτσι, η καπιταλιστική παραγωγή, αναπτύσσοντας την τεχνολογία και ενοποιώντας σε ένα κοινωνικό σύνολο τη δράση των διαφόρων διαδικασιών, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να εξαντλεί τις συστατικές πηγές κάθε πλούτου: τη γη και τους εργάτες».
Και όμως ο ίδιος ο Μαρξ –που εδώ μοιάζει να θεμελιώνει μια σχέση ομολογίας ανάμεσα στον σοσιαλισμό και την οικολογία– θα απορρίψει τον νόμο της φθίνουσας αποδοτικότητας του Μάλθους, ενώ στο απόσπασμα που παραθέσαμε την αποδέχεται! Αυτό το έκανε, όπως δείξαμε, γιατί συνέχεε την άνοδο της παραγωγικότητας μέσω της αυξανόμενης χρήσης λιπασμάτων κ.λπ., με την πραγματικά φθίνουσα απόδοση των εδαφών, που απαιτούν όλο και περισσότερα λιπάσματα για να διατηρήσουν την απόδοσή τους.
Αυτό το λογικό άλμα –σφάλμα– του Μαρξ είναι χαρακτηριστικό όλης της σύγχρονης οικονομικής σκέψης και αποτελεί μία από τις βάσεις της οικολογικής κρίσης: Η οικονομική «αποδοτικότητα», δηλαδή η αυξανόμενη παραγωγή προϊόντων ανά μονάδα χρόνου και εργασίας, συσκοτίζει το γεγονός ότι η ενεργειακή αποδοτικότητα, δηλαδή το πόσο κοστίζει η ανάπτυξη από την άποψη της χρήσης των φυσικών πόρων, φθίνει! Έτσι, για παράδειγμα, η οικονομική αποδοτικότητα της κατά στρέμμα παραγωγής σιτηρών αυξάνεται, αλλά η ενέργεια που δαπανάται για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος είναι όλο και πιο μεγάλη.
Αυτή η διχοτομία κάποτε οδηγείται και οδηγεί σε αδιέξοδα, πράγμα που συμβαίνει στην εποχή μας, γιατί και οι φυσικοί πόροι –η ίδια η βιόσφαιρα– εξαντλούνται, και η παραγωγή μιας νέας μονάδας προϊόντος απαιτεί τόσο μεγάλες επενδύσεις, ώστε επιβαρύνει την ίδια την καπιταλιστική αναπαραγωγή.
Εντέλει ο Μαρξ, παρά τη γενικότερη σύλληψη της καταστροφής της φύσης από τον καπιταλισμό, όταν περνάει στα σχήματα της οικονομικής αναπαραγωγής, παραμένει εγκλωβισμένος στα πλαίσια της κλασικής πολιτικής οικονομίας: Η φύση και οι φυσικοί πόροι απουσιάζουν από αυτά τα σχήματα. Συνολικά θα παραμείνει δέσμιος της προμηθεϊκής μεταφυσικής του, την οποία εξέφρασε στο εβραϊκό ζήτημα με την περίφημη φόρμουλα: «Η φύση μεταβάλλεται μέσω της βιομηχανίας σε υλικό σώμα του ανθρώπου». Όσο για τους επιγόνους του, εκεί οι μαρξιστικές «αντιφάσεις» θα έχουν αρθεί ολοκληρωτικά: Η φύση εξέρχεται της οικονομικής σκηνής!
Με τους οικονομολόγους της οριακής αποδοτικότητας και στη συνέχεια τη μαρσαλιανή νεοκλασική σύνθεση και το πέρασμα στην εποχή του καταναλωτικού καπιταλισμού, ο κύκλος ολοκληρώνεται: «…Ο homo oeconomicus, αυτό το υπερορθολογικό ον που ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, και του οποίου μοναδικός στόχος είναι να αποκτήσει το μέγιστο της ευδαιμονίας αγοράζοντας τη μέγιστη δυνατή ικανοποίηση με τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια (levons), παύει να είναι μια απλοποιητική υπόθεση για να μεταβληθεί σε εικόνα της πραγματικότητας ή ακόμα περισσότερο σε ιδεώδες συμπεριφοράς».
Στην πραγματικότητα, η σφαίρα της υλικής παραγωγής υποτάσσεται στη συνολική κοινωνική πραγματικότητα, και το σύνολο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων εντάσσεται στη βιόσφαιρα, σύμφωνα με το ακόλουθο σχήμα που προτείνει ο Ρ. Πασέ.
Ο οικονομικός λογισμός συσκοτίζει και αντιστρέφει αυτό το σχήμα: Μοιάζει ωσάν το μέρος, η οικονομία, να ρυθμίζει με τη λογική της το όλον. Και το τίμημα της επέκτασης αυτής της λογικής το γνωρίζουμε πολύ καλά, τόσο σε ό,τι αφορά στις κοινωνικές της συνέπειες όσο και τις οικολογικές.
Επιβεβαιώνεται δηλαδή η διαπίστωσή μας ότι ο καπιταλιστικός βιομηχανισμός αποτελεί μια «άγρια ανωμαλία» στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας, με την έννοια ότι, ενώ αποτελεί μια «φυσική» εξέλιξη της λογικής της ανθρώπινης επέκτασης, οδηγεί στις ακραίες συνέπειές τους τάσεις που προϋπήρχαν, μέσα από την υπερτροφία της επέκτασης. Η έξοδος από τη θανάσιμη κρίση του μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με τη χαλιναγώγηση των ίδιων των τάσεων της επέκτασης, εγγενούς στους ανθρώπινους πολιτισμούς, και την αποσύνδεση της έννοιας της ανάπτυξης από την επέκταση, είτε με την κυριολεκτική μετάλλαξη του ανθρώπου.
Η σημερινή οικολογική κρίση λοιπόν, όχι μόνον δεν συνιστά κάτι το καινοφανές στην ανθρώπινη ιστορία, αλλά δεν αφορά μόνον ή κυρίως τη σχέση ανθρώπου/φύσης, όπως μας μαθαίνει ο soft οικολογισμός και περιβαλλοντισμός, αλλά κατ’ εξοχήν τη σχέση του ανθρώπου με τον πολιτισμό του συνολικά, τη σχέση του με την οικονομία και την τεχνολογία, τη σχέση του με τις κοινωνικές μορφές κυριαρχίας.
There is so many different worlds
So many different suns
But we have just one world
But we live in different ones
“Dire straits – Brothers in arms”