Ιστολόγιο | Επιλογές | Αρχείο | Κείμενα | Φαρμακεία | Ταυτότητα

«Μεγαλώναμε με την Ακρόπολη ως Ορίζοντα»
17/10/2007

Δεκαετία του ’50. Με τις μνήμες ζωντανές, οι άνθρωποι που κατέβαιναν από τα χωριά στην Αθήνα του «υψηλού ρυθμού ανάπτυξης», αν και δεν έχτιζαν «χωριάτικα σπίτια», αν και δεν είχαν στη διάθεσή τους τα γνωστά τους, παρμένα από το περιβάλλον, υλικά, ωστόσο συντηρούσαν στις καινούριες τους κατοικίες το πρότυπο του μεσογειακού σπιτιού: βεράντα, κληματαριά, κήπος, τζαμαρία, κουζίνα που «να χωράει ντιβάνι» για το συγχωριανό που έφτανε για λίγες μέρες στη μεγάλη πόλη.

Πετρούπολη, 2004

Η πολυκατοικία ήταν αστικό φαινόμενο και το διαμέρισμα αποτελούσε σύμβολο κοινωνικής θέσης της αστικής ταξης. Οι ταπεινές μονοκατοικίες, τα παράνομα σπίτια, που ξεφύτρωναν το ένα μετά το άλλο στις δυτικές συνοικίες και στα φτωχικά προάστεια του Πειραιά, ήταν μια «αυθαίρετη» αλλά υγιέστερη πρόταση για την Αττική.

Η αυθαίρετη Αθήνα του ’50 και του ’60, μοιάζει σήμερα όαση. Πολλοί από τους σημερινούς σαραντάρηδες Αθηναίους, θυμούνται με νοσταλγία τα πατρικά τους: σπίτια οικοδομημένα από τους ίδιους τους κατοικούντες και τους οικείους τους – γονείς, φίλοι, κουμπάροι, χτίσαν όλοι μαζί τις προαστειακές, απλές αυτές κατοικίες, που μεγάλωναν λίγο λίγο, μαζί με το εισόδημα και τον αριθμό των μελών της οικογενείας. Οικισμοί ολόκληροι, που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του 50 και του 60, κατοικούνταν από συγχωριανούς, ανθρώπους κοινής παράδοσης, που, κατεβαίνοντας στη μεγάλη πόλη, βρίσκαν οικόπεδα ο ένας δίπλα στον άλλο και μαζεύονταν όλοι μαζί να χτίσουν.

Η κυρία Πανωραία Βεργούρου, ζει στην Πετρούπολη από τη δεκαετία του 1950. Εκεί έχτισε το πρώτο της σπίτι, όπως και πολλοί ακόμη Ηπειρώτες της περιοχής των Τζουμέρκων, που αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη στην Αθήνα. «Τα οικόπεδα τα αγοράζαμε με 100 δρχ. το μήνα. Μαζεύαμε άχυρα από δω γύρω, κόκκινο χώμα και καναμε μόνοι μας τα τούβλα. Μετά, όταν μαζέψαμε κάποια χρήματα, πάλι μόνοι μας φτιάξαμε τους τσιμεντόλιθους για να το ξαναχτίσουμε. Ένα μάστορα χρειαστήκαμε μόνο – για την πλάκα βοήθησαν όλοι οι χωριανοί (σ.σ. που μετοικούσαν στην ίδια γειτονιά, την Πετρούπολη). Δεν μας περίσσευαν για μεροκάματα». Σήμερα, το οικόπεδο που αγοράστηκε το ‘50 με 100 δρχ. το μήνα, είναι περιζήτητο από τους εργολάβους.

Πετρούπολη, 2004

Η κυρία Βεργούρου αρνείται την αντιπαροχή, όπως και κάποιοι ακόμη εκ των γειτόνων της. Άλλοι όμως υποχώρησαν μπρος στο κέρδος και το «μοντέρνο» ή την ανάγκη να στεγάσουν τα παιδιά τους. Άνθρωποι του μεροκάματου, δεν είχαν τρόπους να αμυνθούν στη λαίλαπα της αντιπαροχής και το κράτος παρέμενε χαρακτηριστικά απόν. «Όταν συζητήσαμε να μικρύνει ο συντελεστής δόμησης στην Πετρούπολη, δεν ήταν οι εργολάβοι που αντέδρασαν, αλλά οι μικροί ιδιοκτήτες, που σκέφτονται τα παιδιά τους», μας λέει ο Πέτρος Τσίκας, αρχιτέκτονας, μεγαλωμένος σε ένα προαστειακό, εργατικό σπίτι της Πετρούπολης του ’50, με «πρόσβαση στην αλάνα -όχι στην Αττική Οδό» όπως λέει, χαμογελώντας με νοσταλγία.

Ο φίλος και «γειτονόπουλο», ζωγράφος Γιάννης, συνεχίζει την κουβέντα: «δεν ξέρω αν εγώ είμαι ρομαντικός κι αν όντως έχει τη σημασία που του δίνω, όμως, ξέρετε, πριν κυριαρχίσει η αντιπαροχή και κτιστούν τα θηριώδη κι απάνθρωπα αυτά κτίσματα, από όλη σχεδόν την Αττική βλέπαμε την Ακρόπολη. Μεγαλώναμε με την Ακρόπολη να ορίζει τον Ορίζοντά μας».

Το περιβάλλον ως ταξικό αγαθό

Σήμερα, όσα από τα αυθαίρετα της ανάγκης επιβιώνουν, χάρη στην επιμονή ανθρώπων όπως η κα Βεργούρου, μοιάζουν να διαφυλλάσσουν την ποιότητα και τον ελληνικό τρόπο ζωής. «Αυτή η δημιουργία» κατά τον αρχιτέκτονα -καθηγητή Αρχιτεκτονικής στη Φινλανδία- και θεολόγο Ιωσήφ Ροϊλίδη, «είχε άλλες πολιτιστικές προϋποθέσεις, που έχουν χαθεί σήμερα. Γι’ αυτό σήμερα η ‘αυθαίρετη’ ανάπτυξη της πόλης είναι τόσο απάνθρωπη. Όταν λείψουν οι πολιτιστικές προϋποθέσεις τότε το μόνο που μένει για να δημιουργηθεί ένα ανθρώπινο περιβάλλον είναι ο σχεδιασμός».

Πετρούπολη, 2004

Αυτά τα σπίτια διασφάλιζαν ποιότητα ζωής. Σήμερα, το περιβάλλον που οι περισσότεροι απολαμβάναμε προ τριακονταετίας –ο κήπος, η αυλή, η γειτονιά των ανθρώπων που γνωρίζονταν- αποτελούν αγαθό πολυτελείας. Δεν ισχύει το ίδιο στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου υπήρξε σχεδιασμός. «Ένα σωστό αστικό περιβάλλον με όλα εκείνα τα κοινωνικά στοιχεία που το εμπλουτίζουν ανήκει σε πλούσιους και φτωχούς: κτήρια, χαμηλά ή ψηλά με όμορφη αρχιτεκτονική, με πλούσιο πράσινο και χώρο ανάμεσα τους, σχεδιασμός του χώρου και προσαρμογή των στοιχείων του για όλους (αρτιμελείς και μη, ή για πρόσωπα που χρήζουν βοήθεια) σχολεία που δεν πνίγονται στο τσιμέντο, με αυλές φυλακές, κλπ ‘Όλα αυτά ανήκουν σε όλους.

Στη Σκανδιναβία, όπου ζω, υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί αλλά δεν υπάρχει διαφορά περιοχών, με την Κηφισιά στο ένα άκρο, ας πούμε, και στο άλλο άκρο την Κοκκινιά. Όλος ο χώρος είναι προσεγμένος, δηλ. σχεδιασμένος. Το ιστορικό κέντρο πλήρως αποκαταστημένο. Δεν ρίχνεται τίποτε εδώ, απλώς φτιάχνουν καινούργια όποτε χρειάζεται».

Τι θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει τις όποιες υπάρχουσες αντιστάσεις ώστε να ξανακερδίσουμε αυτή την ποιότητα ζωής; Ο λόγος στον καθηγητή αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Πατρών, Κώστα Ξανθόπουλο:

«Συμμετοχική παιδεία για την ποιότητα του αστικού και του αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος και του σχεδιασμού τους, για την ποιότητα ζωής, όχι μόνο στα πανεπιστημιακά τμήματα αλλά και στα σχολεία και τις κοινότητες, επεξεργασία ενός άλλου ήθους στην εκτίμηση του αντικειμένου και στην απόδοση υπηρεσιών από τους επαγγελματικούς κλάδους που σχεδιάζουν και υλοποιούν κτιριακά κι άλλα έργα, σχεδιασμός κι εφαρμογή γενναίων πολιτικών στόχων κι ανατροπών για μια σταδιακή, μεσομακροπρόθεσμη εξυγίανση του δομημένου και του φυσικού περιβάλλοντος και της κοινωνικής αντίληψης περί συναφούς «κέρδους».».

Έτσι κι αλλοιώς, εδώ που φτάσαμε, δεν υπάρχουν απλές κι ανώδυνες λύσεις βελτίωσης. Η όποια σχετική ενέργεια, αν κι εφόσον εκδηλωθεί, δε θέλει μόνον αρετή και τόλμη, θέλει πολιτική ευθύνη και βούληση, θέλει κοινωνική συμμετοχή και συναίνεση, θέλει παιδεία και πολιτισμό, θέλει χρονικό ορίζοντα, θέλει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και να αποβάλλουμε την παθητική μας αδράνεια, μοιρολατρεία κι αδιαφορία, υποπροϊόντα κι αυτά της φθοράς της αντιπαροχής.

Δημοσιεύτηκε το 2004 στην εφημερίδα “Απογευματινή”.

Λαμπρινή Χ. Θωμά


4 σχόλια:

!{shush} έφα...

καλά παιδί μου ακόμα δεν έχω τελειώσει διάβασμα το drachma bum
και ανοίγεις καινούργια σελίδα? :)

ας είναι, καλορίζικη!

xx

 
Γιώργος Μανουσάκης έφα...

καλορίζικο το νέο σπιτάκι!

Ο χωροταξικός σχεδιασμός είναι ένα πολύ σοβαρό κοινωνικό θέμα, που δυστυχώς το έχουμε αφήσει στα χέρια των εργολάβων και των μηχανικών!

 
mirandolina έφα...

Ευχαριστώ!

Δεν θα πόσταρα ένα τόσο παλιό κείμενο, αλλά είναι που στο σπίτι των αγαπημένων μας φίλων, της Δήμητρας και του Γιώργου (και του Χρήστου), γνώρισα έναν φλογερό αρχιτέκτονα, και πάνω στην κουβέντα μου ‘πε πως μεγαλωσε κι αυτός σε ένα από αυτά τα σπίτια, στο Περιστέρι και πως ούτε οι αρχιτεκτονες δεν αντιμετωπίζουν αυτά τα σπίτια σαν κληρονομιά μας, και πως είναι κρίμα που θα χαθουν ετσι άδοξα, παίρνοντας μαζί τους μνήμες και ιστορία.

Είπα μη το διαβασει κανεις και συγκινηθεί, δηλαδή. Να γίνει και το χατήρι του αδελφού, που πρώτος μου άνοιξε τα μάτια, να δω πως είμαστε πολλοί που τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά…

 
Katerina έφα...

Το κακό καλή μου φίλη είναι ότι οι μικρές πόλεις δεν διδάσκονται από τα παθήματα της Αθήνας. Το βλέπω παντού, το βλέπω στη Σπάρτη, όπου δεν υπάρχει ανάγκη ανάπτυξης και χώρου..

 

Εσείς τι λέτε;
Όνομα:
Μέηλ (απαιτείται):
Σελίς (απαιτείται):