Στο τραπεζάκι του σαλονιού, ακουμπισμένο τρεις μέρες το “Η Ζωή σαν Τριαντάφυλλο”.Δεν προλαβαίνω να το δω. Την αγαπάω από παιδί, έμαθα αυτά τα γαλλικούλια για χάρη της. Ω, τα ξέρω όλα, άρθρα επί αρθρων έχω γραψει για την ομορφιά της, που έσωσε κάτι απ΄τον κόσμο, κάτι τόσο βαθύ και πολύτιμο… Να, σαν κι αυτό:

“Πέθανε στις 11 Οκτωβρίου του 1963, στο Παρίσι. Ο θάνατός της έγινε πρωτοσέλιδη είδηση παγκόσμια. Αυτή η μικροσκοπική γυναίκα, με πρόσωπο που θύμιζε παλιάτσο, με τα δυό λεπτεπίλεπτα χέρια που μια προσπαθούσαν να αγκαλιάσουν όλο τον κόσμο και μια να προφυλαχθούν από αυτόν, είχε λατρευτεί από άκρου εις άκρον της γηραιάς Ηπείρου, είχε ταυτιστεί με την μελαγχολία της μεταπολεμικής εποχής. Αυτή η μικροσκοπική γυναίκα με τη θεόρατη φωνή είχε γίνει η ίδια τραγούδι, ζωή, έρωτας και, τώρα, θάνατος, προσφέροντας κάθε κύτταρό της στο κοινό. Αυτή η γυναίκα που μετέτρεπε όλο της το κορμί σε θείο μουσικό όργανο, ανυπέρβλητο και τσάκιζε τα τείχη των πιο οχυρωμένων ψυχών, αφήνοντας ελεύθερες θάλασσες δάκρυα, πέθανε πνιγμένη στα δάκρυά της-ο πιο ταιριαστός θάνατος για το σπουργίτι. Πέθανε όπως τραγούδησε: όλο πάθος, γεμάτη δάκρυα που έρχονταν από μακριά, γερμένη σε μιαν αγκαλιά -αυτή του Ελληνα εραστή της, Τεό Σαγκαπό.
Ετσι τον έλεγε, τον βάφτισε, τον φώναζε. «Σαγκαπό». Κι έτσι αποχαιρέτησε τον κόσμο, μ αυτή την λέξη στα χείλη «Σ αγαπώ». Έτοιμη πάντα να πληρώσει το τίμημα, έτοιμη να μετατρέψει σε αιώνιο τραγούδι κάθε ράγισμα της μεγάλης της καρδιάς.
Γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου του 1915. Γεννήθηκε στο δρόμο. Γεννήθηκε νύχτα. Ολοι οι οιωνοί εμφανίστηκαν ξεκάθαροι στη γέννηση της μικρής Εντίθ Τζιοβάνα Γκασιόν. Ηταν το ανεπιθύμητο παιδί μιας αλκοολικής «σαντέζ» και κονσομασιονίστ κι ενός ακροβάτη, ένα παιδί που μεγάλωσε στα χέρια της γιαγιάς της από την πλευρά του πατέρα -μαντάμ σε φτηνό μπουρδέλο, το επάγγελμα-, ώσπου να είναι έτοιμο να βγει κι αυτό στο δρόμο, για το μεροκάματο.
Η μητέρα της Εντίθ, την είδε ελάχιστες φορές όσο αυτή ήταν μικρή. Ειδικά όταν, σε ηλικία τριών ετών, μετά από βαριά μηνιγγίτιδα, η Εντίθ έχασε το φως της, η μητέρα της δεν ξαναπάτησε στο σπίτι της γιαγιάς. Τα μάτια της μικρής αυτοθεραπεύτηκαν μετά από τέσσερα χρόνια -το τραύμα που της άφησε η μητρική άρνηση δε θεραπεύτηκε ποτέ. Ωστόσο, όταν πια, διάσημη και πλούσια, θα μάθαινε ότι η μητέρα της τη χρειάζεται, η Εντίθ θα έκανε ότι ήταν δυνατόν για να τη βοηθήσει. Στην αστυνομία του Παρισιού ήξεραν ότι, όταν η γριά πόρνη κι αλκοολική κυρία Γκασιόν χρειαζόταν βοήθεια, έπρεπε να τηλεφωνήσει στην Εντίθ.
Η σχέση της με τον πατέρα της ήταν πολύ διαφορετική. Αν και προερχόμενος από λούμπεν περίγυρο, αν και την άφησε να μεγαλώσει σε μπουρδέλο, αν κι έλειπε συχνά σε περιοδείες με το τσίρκο, ο πατέρας της, με το δικό του τρόπο, στάθηκε δίπλα της. Η Εντίθ γνώρισε δίπλα του τους παρισινούς δρόμους, πολύ καλά από πολύ νωρίς, αλλά σε αυτόν οφείλει και την «ανακάλυψη» της φωνής της. εκείνος πρώτος αντελήφθη πόσο αυτή η ραγισμένη φωνή της έφηβης Εντίθ συγκινούσε τα πλήθη.
Η μικρή, πρωτοβγήκε στο δρόμο ως βοηθός του πατέρα της, στα 12 της χρόνια. Ήταν ένα μικροσκοπικό, εύθραυστο πλάσμα, ικανό να συγκινήσει τους περαστικούς. Παράλληλα με το βοηθητικό της ρόλο στα ακροβατικά, η μικρή Εντιθ τραγουδούσε, κατ εντολή του πατρός. Η φωνή της, γεμάτη καημό, γεμάτη τα σοφία του δρόμου από την πιο τρυφερή ηλικία, ήταν μοναδική. Τόσο, που, ένας περαστικός ατζέντης την πρόσεξε, κι αποφάσισε να υπογράψει μαζί της.
Ο πρώτος αυτός ατζέντης της, ο Λουί Λεπλί, επηρεασμένος από την λεπτεπίλεπτη, λιτή εμφάνισή της, της πρότεινε να υιοθετήσει το επίθετο Πιάφ (σπουργίτι, στη γαλλική αργκό) για τη σκηνική της παρουσία. Η Εντίθ Πιαφ εγκατέλειπε, χάρη στη μοναδική της φωνή, τους δρόμους, αν και πάντα θα τους κουβαλούσε μαζί της: στην ανασφάλεια των ερώτων της, στην απαξία για τον εαυτό της μα, πιο πολύ, σε κείνη την τραγική, μοναδική, ανυπέρβλητη φωνή της καρδιάς. Από την πρώτη της «επίσημη», χαρακτηρίστηκε από την κριτική μεγάλη τραγουδίστρια. Μάλιστα, την πρώτη νύχτα που τραγούδησε σε καμπαρέ, έτυχε να βρίσκεται μεταξύ των ακροατών ο Μωρίς Σεβαλιέ, με τον οποίο αργότερα θα δεθεί με μεγάλη φιλία. Σε λίγο, όλο το «καλό Παρίσι» γέμιζε τα τραπέζια του κέντρου: ο «ιππότης» είχε ξεσηκώσει τους πάντες, ξετρελαμένος με το Σπουργιτάκι. Ένα χρόνο μετά, η Εντίθ τραγουδούσε μόνο στις μεγάλες σκηνές του Παρισιού.

Μετά τη δολοφονία του Λεπλί -για την οποία ταλαιπωρήθηκε από την αστυνομία, ως ύποπτη- την καριέρα της Εντίθ ανέλαβε ο Ρεϋμόν Ρουσό. Έζησαν μαζί ένα θυελλώδη έρωτα, παρ ότι ο Ρεϋμόν ήταν παντρεμένος, ως το 1939, εποχή κατά την οποία η Εντιθ γίνεται η λατρεμένη της μεγαλοαστικής γαλλικής τάξης και των καλλιτεχνών της πρωτοπορίας. Απολαμβάνει τις περιποιήσεις, την ευγένεια, την αγάπη του κοινού της, ενός εκλεπτυσμένου κοινού, τόσο διαφορετικού από αυτό στο οποίο είχε συνηθίσει. Λίγο πριν, έχει περάσει με τεράστια επιτυχία στη δισκογραφία.
Οι δίσκοι της -αρχίζει να ηχογραφεί στο μεσοπόλεμο- γίνονται διεθνείς επιτυχίες- κι οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Τα τραγούδια της τραγουδιούνται στους δρόμους όλης της Ευρώπης, ακόμη κι από ανθρώπους που δεν ξέρουν λέξη γαλλικά. Ακολουθεί ο κινηματογράφος. Όλοι θέλουν να τη δουν, η συμμετοχή της σε μια ταινία τραβά κόσμο κι οι σκηνοθέτες το ξέρουν. Είναι «η θεά του σανσόν» (chanson), της γαλλικής μπαλάντας. Εκείνη όμως, παραμένει αλήτισσα, ποτέ δεν απαρνιέται το δρόμο της ανασφαλούς, άγριας καρδιάς της. Τα χρήματα που έρχονται-αποτέλεσμα της επιτυχίας- μοιράζονται ή σπαταλιούνται αφειδώς. Οταν έφυγε από τη ζωή, κληρονόμησε στον Σαγκαπό της μόνο χρέη.
Την εποχή του Β Παγκοσμίου Πολέμου, το Σπουργιτάκι, μετά την κατάληψη της Γαλλίας από τους Ναζί, λόγω της φήμης της και της λατρεμένης ακόμη κι από αυτά τα θηρία φωνής της, κατορθώνει να ξεπεράσει πολλά εμπόδια κι εντάσσεται στην αντίσταση, βοηθώντας πολλούς καταζητούμενους εβραϊκής καταγωγής μουσικούς, αλλά κι άγνωστούς της αντάρτες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ωστόσο, μετά το τέλος του πολέμου, θα κατηγορηθεί ότι «διασκέδαζε με τους ναζί» -η δικαιολογία της, ότι έπρεπε να τραγουδά γι αυτούς για να έχει την εμπιστοσύνη τους και να μπορεί να βοηθά την αντίσταση, δε γίνεται από όλους πιστευτή.
Οι περιοδείες της διαδέχονταν η μία την άλλη, μετά τον πόλεμο. Αν ως τότε ήταν η αγαπημένη θλίψη της Ευρώπης, τώρα κατακτούσε την Αμερική. Η επιτυχία είναι τέτοια ώστε, ηχογραφεί τα πιο γνωστά της τραγούδια στην αγγλική. Είναι, πια, μπεστ σέλλερ και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Και νοιώθει πιο μόνη από ποτέ. Το 1951, μετά ένα αυτοκινητικό ατύχημα, οι γιατροί της δίνουν μορφίνη, για να μπορέσει να αντέξει τους πόνους. Η συνήθεια της μένει για αρκετό καιρό, όπως και μια τάση στον αλκοολισμό. Εν τω μεταξύ, τα σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο: παρά το γάμο της με τον (επίσης αλκοολικό) Ζακ Πιλ, η Εντιθ τριγυρνά τις νύχτες στα κακόφημα στενά του Παρισιού, αναζητώντας έρωτες της μιας βραδιάς, αναζητώντας την ασφάλεια του σώματος για να ξεχάσει για λίγο τις ανασφάλειές της. Παραμένει πάντα το απαρνημένο παιδί.
Οι δηλώσεις της είναι κυνικές, όσο ανοικτά τα τραύματα: «Ποτέ δεν ξέρεις έναν άντρα ώσπου να τον δοκιμάσεις στο κρεβάτι. Ξέρεις περισσότερα για κάποιον με τον οποίο πέρασες μια νύχτα στο κρεβάτι, από ότι για κάποιον με τον οποίο συζητάς μήνες. Στο στρώμα, δεν μπορούν να σε κοροϊδέψουν!»
Ωστόσο, ο καιρός του κυνισμού θα τελειώσει, όταν η Εντίθ, επιτέλους, θα συναντήσει τον έρωτα, στο πρόσωπο του Τεό. συναντώνται το 1961. Παντρεύονται το 1962 και, για πρώτη φορά, κοντά σ αυτόν τον τόσο νεώτερό της Έλληνα, η Εντίθ ηρεμεί, νοιώθει ασφαλής, νοιώθει ότι δε χρειάζεται να επιβεβαιώσει τίποτε πια. Η ευτυχία κράτησε δύο χρόνια. Το 1963, η ασθενική της φύση την προδίδει για μία, τη τελευταία φορά. Ο Τεό τη συνοδεύει στη Ριβιέρα, ελπίζοντας ότι το κλίμα θα την βοηθήσει να συνέλθει. Πέθανε τα ξημερώματα της 11ης Οκτωβρίου του 1963. Ο Τεό ορκιζόταν ότι, το μαξιλάρι και τα μάτια της, ήταν γεμάτα δάκρυα. Η Εντίθ είχε φύγει ξαναζώντας τον πόνο της αγάπης και ανακαλύπτοντας, ίσως, αυτήν, την τελευταία φορά, και τη χαρά της”
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο flash.gr το 2001.
Καλογραμμένο και διαφωτιστικό.
Καλό βράδυ
Καλώς ήρθες και σε τούτο το σπιτικό – πάντα χαρά να σε βλέπω!