Και άλλοι ακόμη, αγαπημένοι, εδώ

Τον Τάσο το Λιώλη το γνώρισα πιτσιρίκα – ρεπορτεράκι. Νομίζω μου τον γνώρισε η Γιώτα η Μ., εξαιρετική και σπάνια Γιώτα, φίλη του εξαιρετικού και σπάνιου Τάσου. Καμμιά φορά έχω την εντύπωση πως μας προξένευε τότε – δεν τη ρώτησα ποτέ, μα μου έχει μείνει μια τετοια αίσθηση.Γίναμε φίλοι αληθινοί με τον Τάσο, επέτυχε η Γιώτα, αποτυγχανοντας. Δεν βλεπόμαστε πολύ με τον Τάσο. Όποτε όμως βλεπόμαστε – στο Μύλο, στα μπαρ, στη νυτα- ήθελα να μη κουνάω από κοντά του, να είμαι κοντά του, να μιλά και να ακούω, να χαίρομαι την λάμψη αυτού του υπέροχου ανθρώπου. Είχαμε πολλά κοινά – είχαμε μεγαλώσει στις ίδιες γειτονιές της δυτικής Αθήνας τα ίδια χρόνια, είχαμε ερωτευτεί τη Σαλονίκη, είμασταν δημοσιογραφοι από τρέλα.Ύστερα, ήταν θαυμάσιος συνομιλητής, εξαιρετικός. Και το ήθος του ήταν φωτοστέφανο – δεν κρύβονταν, δεν μπορούσε να κρυφτεί παρ όλη τη σεμνότητά του. Μόνο με τις μουσικές του δυσκολευόμουν. Ο Τάσος ήταν μέταλλο. Εξ αυτού και το μαλλί ως τη μέση, τα αδρά χαρακτηριστικά. Αρχισε να ασπρίζει και το μαλλί μαλλί – γκριζόλυκος του ροκ εν ρολ. Δημοσιογραφος από τους λίγους με φυσιογνωμία ιδιαίτερη.Καμμια φορά αστειευόταν πως, όταν ανέβαιναν στην εφημερίδα “οι αθηναίοι” αυτόν μονίμως τον έστελναν για ρεπορτάζ εκτός – μπορεί να ηταν καταπληκτικός ρεπόρτερ, αλλά η εμφάνιση μπορεί να τα χαλούσε τα πράγματα. Μια άλλη φορά μου έλεγε πως του αρνήθηκαν την είσοδο το πρωθυπουργικό αεροπλάνο – ήταν ο Σημίτης που γύρναγε τη βόρειο Ελλάδα – με αφορμή την εμφάνισή του. “Δεν μπορείτε με αυτή την εμφάνιση να συνοδεύετε τον πρωθυπουργό”. Του είπα ότι μπορεί να κρύβονταν πίσω από αυτά η επιθετική γραμμή της Καθημερινής εκείνο τον καιρό – γέλασε. Πίστευε ότι ήταν αυτό ακριβώς που του είπαν. Ο κύριος μικροαστός πρωθυπουργός δεν άντεχε το παιδί με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα κοντά του. Σκασίλα μας. Το ρεπορτάζ θα έβγαινε έτσι κι αλλοιώς, Πήρε ο Τάσος τη μηχανή και βουρ. Δεν του ξέφυγε πόλη, δεν έχασε σκηνικό. “Και το φχαριστιόμουν να βλέπω τα μούτρα τους όταν με βλέπαν μπροστά τους”. Γύρισε πτώμα αλλά με όλα τα ρεπορτάζ. Και χωρίς να χρωστάει τίποτε σε κανέναν – ούτε σε ένα από τα γεύματα δεν πήγε, έτσι, να κουτσομπολέψει με τους συναδέλφους.Τον καιρό που οι ραδιοτηλεοπτικοί αγωνιζόμασταν να γίνουμε δεκτοί στις Ενώσεις, ο Τάσος ήταν από τα λίγα μέλη που μας στήριζαν. Έβαζε προϋποθέσεις – και καλά έκανε γιατί “είναι πολλοί που αφήνουν αυτή τη δουλειά”- αλλά καταλάβαινε και επέμενε να πιέζει και τους άλλους. Τον θυμάμαι σε ένα από τα γιουγκοσλαυικά ταξίδια, σε μια ερημιά, νομίζω ήταν με το Χρήστο τον Τελίδη που κάναν την κουβέντα υπέρ ημών των “μαύρων προβάτων” που ερχόμασταν από τα τότε νέα μέσα. Στεκόταν και εξηγούσε ήρεμα μεχρι που ήρθε ο κυρ- Γιάννης, η Αρκούδα, να μας μαζέψει και πήγαμε στο μαγαζί που ήταν οι άλλοι και περίμεναν για φαγητό – θυμάμαι που ο Παντελής και κάποια άλλη “μεγαλοκοπέλλα” είχαν στρώσει με μέλι το δρόμο από το λεωφορείο ως το εστιατόριο “για να τον βρει η Αρκούδα”. Και ύστερα πάλι ο Τάσος, εξηγούσε πως πρεπει να γίνει, πως να μπουμε κι εμείς αλλά να προστατευτούν και οι ενώσεις.Όταν το συγκρότημα Βελλίδη απέκτησε ραδιόφωνο, τον Α103, ο Λάζαρος έψαχνε διευθυντή. Ο Τάσος μόλις είχε αφήσει το σταθμό του Μύλου, όπου είχε στήσει ένα μικρό θαύμα. Το πρότεινα στο Λάζαρο, να φέρουμε τον Τάσο – μου τον είχε θυμίσει η Τίνα δηλαδή, ευτυχώς, γιατί καμμιά φορά ξεχνώ, ειδικά όσους θαυμάζω – νομίζω πως δεν έχουν ανάγκη. Συμφώνησε – ο Λάζαρος ήξερε να ακούει. Μου έδωσε την εντολή να τον βρω. Ήταν καλοκαίρι, Ιούλιος. Είχε κλειστό το κινητό. Τελείως κλειστό. Μέρες. Εβδομάδες. Πηρε κοντά ένα μήνα να τον εντοπίσω, να απαντήσει. Ήταν, βλέπεις, διακοπές με το γιό του – ήταν ο μήνας τους. Είχε χωρίσει και ο Τάσος, δύσκολα κρατάμε σπίτι σε τούτη τη δουλειά, δυσκολα μας αντέχουν οι άλλοι. Λάτρευε το γιό του, του έλειπε ο μικρός, θεωρούσε αδιαπραγμάτευτο το μήνα τους. Δεν ξέρω κανέναν άλλο τέτοιου επιπέδου δημοσιογραφο που να κλείνει το κινητό του. Μα, δεν ξέρω και πολλούς που να κατορθώνουν να ιεραρχούν τη ζωή με τέτοιο αγιωτικό τρόπο, όπως ο Τάσος.Ήρθε στον Α103 κι έστησε τσαντήρι. Και εγώ αδημονούσα να κλείσω φύλλο και να κατέβω να τα πούμε, στο μικρό γραφειάκι στο διάδρομο – δεν ήθελε διευθυντικό, γελούσε όταν του έλεγα ότι χρειάζεται. Όχι, δε χρειάζεται, όπως δε χρειαζόταν και γραμματέας ή χωρος κλειστός. Όλα ανοιχτά, στο φως, όλα ο ίδιος και, κυρίως, την κουβέντα με τον κόσνο. Περνούσαμε ώρες εκεί, μιλούσαμε για τη δουλειά, για τα παιδιά μας, για τη δουλειά, για τον χώρο, για το ραδιόφωνο. Βγαζαμε αποφάσεις και τσιτάτα. Τον άκουγα να εξηγεί ήρεμα για πολλοστή φορά τα ίδια και τα ίδια. “Τι πάει να πει “ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες” ρε μαλάκα; Δημοσιογραφος είσαι, δουλειά σου είναι να τις επιβεβαιώνεις. Αν δεν τις επιβεβαιώνεις, δεν τις μεταδίδεις”.” Τα αγαπούσε τα νέα παιδιά, αγωνιζόταν να περάσει ήθος, έβαζε στις ράγες ένα ελπιδοφόρο αύριο. Ύστερα, ξαφνικά, δεν είχε πει τίποτε, το έκρυβε, ο Τάσος τα παράτησε όλα γιατί…Μου το είπε μετά, πολύ μετά, πως ήταν άρρωστος. Γελώντας. Όγκος στον εγκέφαλο. Κατέβηκε στην Αθήνα να χειρουργηθεί. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο μετά την επέμβαση, ήταν αισιόδοξος. Έφυγε την άλλη μέρα. Είχα ξεχάσει να του πω πόσο πολύ τον αγαπούσα. Είχα προλαβει να του πω πως μου άρεσε να σκέφτομαι ότι κάποτε θα γερνούσαμε και θα καθόμασταν στο Ναυαρίνο, πορνόγεροι, να χαζεύουμε όσα μας φανέρωνε η Παναγιά η Τεκνοφανερώτρα και να λέμε ιστορίες από τα παλιά – μας άρεσε να λέμε ιστορίες. Μόνο που δύσκολα γινόμαστε πορνόγεροι όσοι κανουμε αυτήν εδώ τη δουλειά. Όχι ότι δεν έχουμε τα φόντα από χαρακτήρα. Αλλά, να, οι περισσότεροι σε αυτή τη δουλειά φεύγουν νωρίς. Οι περισσότεροι δεν προλαβαίνουμε να πάρουμε σύνταξη. Το χρόνο που πέρασε από όταν έφυγε ο Τάσος δεν τον καταλαβα ποτέ. Τον αγαπάω ίδια και για πάντα.Περνώ από το νεκροταφείο των Αγίων Αναργύρων, είναι η γιαγιούλα μου εκεί, είναι ο Τάσος εκεί λέω. Με ρωτούν και λέω πως ακόμη ειναι εκεί και ας μην είναι πια. Με καποιο τροπο πρεπει να τον ξέρω ακέραιο. Αυτό είναι. Να τον θυμάμαι πως τον ξέρω- ακέραιο.Αν κάποιος γνωρίζει το γιό του, τον Ιάσονα, ας του πει πως όσοι είχαμε την τύχη να είμαστε φίλοι ή συνάδελφοι με τον πατέρα του, το θεωρούμε τιμή μας. Ο Τάσος ήτανε στολίδι για τη δημοσιογραφία. Πως το χε πει η Τίνα; “Κάποτε θα λέω ότι μαθήτευσα κοντά στον Τάσο το Λιώλη και την *****, και θα με ρωτούν “μα ποιοί είναι αυτοί;” και θα τους λεω “ήμουν στ αλήθεια πολύ τυχερή κι ας μη τους ξέρετε”.”Η Τίνα… Τίνα Χρόνη. Έφυγε λίγα χρόνια μετά. Παιδί, κοριτσάκι μου. Ήταν άρρωστη και ήταν πεισματάρα και δημιουργική και ολόρθη και χαμογελαστή και με φώναζε “Λαμπρούλα” – όπως και το Ρείκι της. Τελείωσε τη σχολή, ήρθε στην εφημερίδα, της δώσανε σύμβαση γιατί ήτανε φτηνή επειδή ήταν άρρωστη, αλλά ποτέ δεν το εκμεταλλεύτηκε, ποτέ δεν το ανέφερε, ποτέ δε ζήτησε ειδική μεταχείριση, πο-τέ. Είχε κατι τσογλανια – κανουν καριέρα στην τηλεόραση- που άμα με έβλεπαν να της δίνω κάπως ευκολότερα θέματα δημιουργούσαν ζήτημα. “Την ξεχωρίζεις”. Έλεγα, κρυφά, έλεγα “Η Τίνα δεν αντέχει, δεν πρέπει να την κουράζουμε” έφτασα να το πω ξεκάθαρα, “η Τίνα θα πεθάνει, έχει λίγα χρόνια μπροστά της” αλλά η μαντάμ Μετριότης- έτοιμη- για -όλα δε μασούσε από αυτά. Δε θέλω να θυμάμαι τους μικρούς. Θέλω μόνο να σκέφτομαι αυτό το όμορφο κορίτσι που ήταν όλη δύναμη και που στο λεωφορείο “πιστεύουν ότι το πάσο της αναπηρίας μου είναι πλαστό”… και στη δουλειά, μόλις τελειώναμε, “Λαμπρούλα, πότε θα πάμε ξανά στο Άμστερνταμ;”. Αγάπη μου, όποτε θες. Θα μας φυλά η ίδια αγία που σου είπε πως ερχόμουν “με ξέρεις, Λαμπρούλα, είμαι άθεη, όμως…”.Στο Άμστερνταμ… Οι τελευταίες μας διακοπές όλοι μαζί. Οι δημοσιογραφοι εμείς, οι άγνωστοι, του κουπιού και της λάντζας, και ο γιός μου στο καρότσι – τι μέρες… Είχαμε πάει με την Τίνα και τα άλλα παιδιά, και με εκείνο το τέρας το θεατρικό και δημοσιογραφικό, το Χρήστο τον Αρνομάλλη. Ο υπέροχος Χρήστος μας του πολιτισμού. Έφυγε γιατί άνοιξε η καρδιά του σα λουλούδι, είπε ο γιατρός. Άνθισε ο Χρήστος μας παλι, μόνο άνθισε αλλοιώς, καθώς του κλέβανε τον αέρα, την ελευθερία. Είχε περάσει δύσκολες μέρες. Μας είχε έρθει ένας ευφυής τσόγλανος, λαϊκιστής, εισαγώμενος, για να κανει αλλαγές και να φερει λεφτά στην εφημερίδα, λέει. Απίστευτο υποκείμενο. Ήθελε ολοσέλιδο το τελευταίο σιντι της Στεφανί του Μονακό – ποιός νοιάζεται για το φεστιβάλ του Εδιμβούργου, που ποτέ δεν έχανε ο Χρήστος; Του είχαν καταστρέψει το τμήμα, τη διάθεση, την όρεξη για δουλειά. Του στέρησαν το λόγο να ζει – την έντιμη, ακέραια, καθαρή και ποιοτικη δημοσιογραφία. Άνοιξε η καρδούλα του, δεν άντεξε. Σαρανταδύο χρονών.

Καταχωρημένο ως: Ελληνικά, Επιλογές, Πολιτικά, Συναφιακά.



9 σχόλια/σχολιανά στο Και άλλοι ακόμη, αγαπημένοι, εδώ

  1. Ατελείωτος αυτός ο κατάλογος. Αλλά, όπως είχε γράψει κι ένας παρ’ ολίγου ιστολόγος, la lucha continua.

  2. diastimata έφα:

    Τι ήθελα και σε βρήκα τέτοια ώρα, τέτοια μέρα! Μου ΄κανες μαύρη την καρδιά, ρε συ Λαμπρινή!
    Θυμάσαι τη μηχανή του Τάσου, που στοίχειωνε στην είσοδο της εφημερίδας; Που κανείς δεν τολμούσε να τη μετακινήσει;
    Για την Τίνα τη Χρόνη μ έκοψες φέτες. Θυμάμαι που μου το είχες πει, τότε, στον 4ο, στο γραφείο πίσω, για την αρρώστια της. Κι είχα σταματήσει να γκρινιάζω. Δεν ξέρω γιατί, περίμενα ότι θα νικήσει. Με σκότωσες τώρα. Ντρέπομαι.
    Για το Χρήστο δε λέω τίποτα. Δεν τον γνώριζα καλά. Όσο δούλεψα μαζί του. Το γνώριζα σα θεατράνθρωπο. Θεατής εγώ κι αυτός στο σανίδι. Έφυγε άδικα.
    Τι μου κανες τώρα. Ξαγρυπνάω ζώντας το ζόρι μου, είχα τις μαύρες μου, έγινε πίσσα η ψυχή μου.
    Κοίτα να ΄σαι καλά, να χαίρεσαι το γιο σου, να του μαθαίνεις τραγούδια από τα ξύλινα σπαθιά. Φαντάζομαι μεγάλωσε, θα ΄ναι ολόκληρο παλικάρι.

  3. mirandolina έφα:

    όλοι μεγαλώνουμε – κι αν κάτι χρωστάμε σε όσους έφυγαν έτσι όμορφοι και ακέραιοι είναι να μην αφήνουμε τις μαύρες να μας πάρουν από κάτω… Καλή δύναμη – Βενσερέμος για χαρη τους, βρε!

  4. Angelito έφα:

    Γερή να είσαι σαν τη μνήμη σου!…

  5. Ismini έφα:

    Giati me kaneis vre Labrini mou na vourkwnw apo ta xena?
    kai tragouday apo mesa mou to Porcelain tou Moby “in my dreams I’m dying all the time” poy poly areze sto Tinoudi.

  6. Christina έφα:

    Αχ βρε Λαμπρινή! Δεν έχω λόγια, κατασυγκινήθηκα!

  7. missT έφα:

    έπρεπε σήμερα, δύο εβδομάδες πριν από τα γενέθλιά της, να πέσω πάνω σε αυτό το κείμενο.
    πώς το είπε κάποιος παραπάνω? φέτες
    τι ζήσαμε, ποιους ζήσαμε και πόσα πήραμε… μακάρι να τους θυμόμαστε για πάντα
    φιλάκια λαμπρινούλα, να είσαι καλα

  8. Θεόδωρος Τράμπας έφα:

    Λαμπρινή, δεν ξέρω τι να πω. Από το κέιμενό σου έμαθα δυστυχώς, καθώς εγκατέλειψα την πατρίδα εδώ και 6 χρόνια, για το θάνατο της Τίνας, πολύ λύπηρό. Καταπληκτική κοπέλα και με το Dr. Rockford από τα αγνότερα και καλύτερα παιδιά που έχω γνωρίσει. Είχα την τιμή στον 103 πάντα να τους ανακοινώνω από τα δελτία ειδήσεων και μάλιστα είχαμε συχνά διαλόγους ζωντανά στον αέρα. Γελούσαμε πολύ. Μια φορά τους είχα καλέσει σπίτι μου για φαγητό και ήταν όντως ένα πανέμορφο βράδυ. Ελαφρύ το χώμα Τίνα…

    Τίμησες ωστόσο εδώ και τον καταπληκτικό Τάσο, έναν δάσκαλο τη δημοσοσιογραφίας τον οποίο είχαμε στον 103. Χαρακτήρας σπουδαίος, γεμάτος ειλικρίνεια, ουδετερότητα στις κινήσεις του με τους συναθρώπους του, χωρίς προκαταλήψεις. Ο θάνατός του μας είχε πικράνει πολύ. Τον είχα πάρει τηλέφωνο τότε, όταν ήταν στο νοσοκομείο, δύο μέρες πριν κλείσει τα μάτια για πάντασ, είχε σηκώσει το κινητό, δυσκολευόταν να μιλήσε, μιλούσε για πονοκέφαλο. Οι ευχές για καλή ανάρρωση δεν βοήθησαν δυστυχώς…Το ιο του Ιάσωνα τον γνωρίσαμε, το έφερε μια φορά μαζί στη δουλειά. Τώρα σίγουρα παλικάρι. Αν κάποτε διαβάσει όλα αυτά εδώ να ξέρει πως είχε έναν καταπληκτικό πατέρα.

    Με θλίψη
    Θεόδωρος Τράμπας

  9. Μαρία έφα:

    Κάθε χρόνο το ψάχνω αυτό το κείμενο αυτές τις μέρες, και εκείνες, τις πρώτες του Νοεμβρίου. Το διαβάζω και δίνω το επόμενο ραντεβού…
    Μην το κατεβάσεις ποτέ

Εσείς τι λέτε;

Tο ημέηλ σας δεν θα δημοσιευτεί. Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά.




Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία HTML: <b> <blockquote> <cite> <code> <em> <i> <strong>