|
Αρχείο από June, 2008:
| Λούης (Λούι) Τίκας – το ρεπορτάζ |
29/06/2008 |
|
Είμαστε οι πρώτοι έλληνες δημοσιογραφοι που πατήσαμε το δημοσιογραφικό ποδαράκι μας στο Λάντλοου, είδαμε τον τόπο της θυσίας του Λούη Τίκα, όσο ξέρω. Το ταξίδι έγινε (μαζί με το φωτογράφο Γνωμοδότη), το υλικό για το άρθρο συγκεντρώθηκε, χάρη στο αδέλφι μου, που χρόνια μου έλεγε πως πρέπει να πάμε στον τόπο αυτό, “να μαθουμε περισσότερα για τον Τίκα”, και στον αγαπητό Μιχάλη του Ιστολογίου, που τον καιρό που βγαζαμε τις διαδρομές, αναρωτιόταν Ποιός Θυμάται το Λούη Τίκα. Ύστερα, το άρθρο βρήκε σπίτι χάρη στον αγαπημένο μου φίλο, το Γιάννη – fight club- Τσαούση, που έγινε και κυριακάτικος και έντυπος με το SMS, το περιοδικό της κυριακάτικης SportDay, και μας χώρεσε δίπλα σε άλλη εκλεκτή παρέα πάλι (ευτυχείς συναντήσεις, συμπτώσεις και διαδρομές – ναι, υπάρχει Θεός!).
Τα κόκκινα τριαντάφυλλα (θα δεις) παιδευτήκαμε λίγο να τα βρούμε – μα στο τέλος, τα πήγαμε του Λούη και του είπαμε πως είναι από μας, από το Γίγα και από το Μιχάλη.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε αυτή την Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008, στο SMS της SportDay.
————————————————–
“Κανείς δεν άκουγε. Κανείς δε νοιαζόταν. Και ύστερα ήρθε το Λάντλοου και το έθνος άκουσε. Μωρά που ψήνονται ζωντανά βρίσκουν μια θέση στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Οι θάνατοι από πείνα και κακουχίες όχι.”
Μητέρα Τζόουνς

Το Τρινιδάδ, στα σύνορα της Γιούτας με το Νέο Μεξικό, είναι μια πόλη κοιμισμένη, άνευρη. Το τοπίο αδιάφορο, αν όχι άσχημο και η φτώχεια εμφανής. Η μικρή πόλη μοιάζει να ζωντανεύει στο τέλος του Ιουνίου, όταν υποδέχεται ένα ετερόκλητο πλήθος από όλη την Αμερική. Εργάτες, καθηγητές πανεπιστημίου, δημοσιογράφοι, έμποροι, μαζεύονται για να τιμήσουν τη μνήμη του Λούη Τίκα και των συν αυτώ μαρτύρων του αμερικάνικου εργατικού κινήματος, που έπεσαν θύματα αυτής που ονομάστηκε “Η Σφαγή του Λάντλοου” και ήταν το αποκορύφωμα των “Πολέμων των Λιγνιτωρυχείων” της περιόδου 1914- 1915.
Το όνομά του δεν ήταν Λούης Τίκας, αλλά Ηλίας Σπαντιδάκης. Το συνηθίζουν οι Ηλίες να το κάνουν “Λούι” στην Αμερική. Είχε αποβιβαστεί στην Νέα Υόρκη το Μάρτιο του 1906. Ψάχνοντας δουλειά, μετά από ένα εξάμηνο κατέληξε στο Κολοράντο. Ήταν φωτεινός άνδρας, δυνατός, με εμφανή την ακμή των 30 του χρόνων. Η γυναίκα που ο Λούης φώναζε “Μάνα” στην ξενιτιά, η θρυλική Μητέρα Τζόουνς, μίλησε για αυτή του τη λεβεντιά, είπε πως, αν συναντούσες τον “Λούη τον Έλληνα” δεν επρόκειτο ποτέ να τον ξεχάσεις. Ο Λούης αρχικά ανοίγει ένα καφενείο στο Κολοράντο ―στέκι της ελληνικής παροικίας. Σύντομα το έκλεισε και κατέβηκε προς το νότο να βρει δουλειά.
Το νότιο Κολοράντο εκείνη την εποχή περνούσε από το άγριο Ουέστ στη βιομηχανική εποχή. Έλληνες, Ιταλοί, Σλάβοι, Μεξικανοί, Κινέζοι, Γιαπωνέζοι οδηγούνταν ομαδικά στο Τρινιδάδ. Οι δουλέμποροι τους πουλούσαν υποσχέσεις για τη γη της επαγγελίας και ύστερα τους έφερναν να πεθάνουν στα ανθρακωρυχεία του Ροκφέλερ.
Τα ορυχεία, οι συνθήκες υγιεινής, ζωής και δουλειάς ήταν άθλιες. Οι ανθρώπινες ζωές δε μετρούσαν. Όσοι πατούσαν εκεί το πόδι τους, γίνονταν κτήμα της εταιρίας. Οι μικρές “πόλεις” που βρίσκονταν κοντά στα ορυχεία, ήταν και αυτές της εταιρίας ―μία ακόμη υπενθύμιση των δεσμών τους. «Ο Ροκφέλερ έβγαζε από παντού. Δεν τους πλήρωνε με κανονικά χρήματα, αλλά με δικά του, αυτά που ονομάζονταν “σκριπ”, και ήταν ένα είδος κουπόνια που μπορούσες να χρησιμοποιήσεις μόνο στα δικά του μαγαζιά, όπου οι τιμές ήταν βέβαια πολύ υψηλότερες. Σε ένα τέτοιο μαγαζί δούλευε και ο παππούς μου», λέει ο Ντέηβιντ Μέησον, που διδάσκει αγγλική λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο του Κολοράντο Σπρινγκς. Από τους ανθρώπους που πάντα βρίσκονται παρόντες στο μνημόσυνο του Λούη, ο καθηγητής Μέισον απαθανάτισε σε ένα μοναδικό, επικών διαστάσεων ποίημα την ιστορία του “Πολέμου των Δέκα Ημερών” του Κολοράντο.

Πληγωμένος ακόμη από όσα συνέβησαν τότε, αναζητεί την ταυτότητα της Αμερικής σε γεγονότα όπως αυτά του Λάντλοου, βλέπει εκεί την ψυχή της.
Μας τον συστήνει ο Φρανκ Μάνινγκ. Ο τραγουδοποιός που έγραψε το βραβευμένο φολκ τραγούδι για το Λούη Τίκα. Ο Φρανκ μας έχει υιοθετήσει. Έλληνες που έρχονται ως εδώ για να βρουν τα ίχνη του Λούη είναι δικοί του άνθρωποι, λέει. Μας πάει στο Τρινιδάδ με το αμάξι του, οδηγεί εφτά ώρες γεμάτες πήγαινε έλα. Μας βρίσκει ανθοπωλείο – ένα τριαντάφυλλο για κάθε φίλο που το ζήτησε. Φέρνει κρασί να κεραστεί ο Λούης. «Πάντα του φέρνω ελληνικό, να πιούμε παρέα».

Έρχεται τρεις τέσσερις φορές το χρόνο. Μεγάλος, και αφού έγραψε το τραγούδι, έμαθε πως ήταν το αίμα που τον τραβούσε κατά εδώ. «Δε μίλησε ποτέ ο παπούς μου για όλα αυτά. Η αλήθεια είναι ότι, δε μίλησε και για τίποτε άλλο. Ήταν λιγόλογος και ο μόνος του φίλος ήταν από τους ανθρακωρύχους. Τον πατέρα μου, όμως, τον βάφτισε Λούη. Είχε πει κάποτε ότι Λούη λέγανε το φίλο του στα ορυχεία, στο Λάντλοου όπου είχε δουλέψει. Τίποτε άλλο δεν είπε. Ξέραμε ότι είχε ζήσει εκείνα τα γεγονότα, αλλά δεν μάθαμε ποτέ την δική του εκδοχή. Πέρασαν πολλά χρόνια για να βρω, μάλλον τυχαία, ποιός ήταν αυτός ο Λούης που έγινε αιτία να βαφτίσουν έτσι τον πατέρα μου, και να καταλάβω γιατί ο παππούς μου δεν ανοίχτηκε ποτέ, δεν μίλησε ποτέ, παρά μόνον με έναν, με εκείνον που είχε ζήσει την ιστορία». Οι δυό μαζί, μας διηγούνται την άλλη ιστορία της Αμερικής.

Πολλοί από όσους έφτασαν στα ορυχεία, έρχονταν για να σπάσουν απεργίες. Άλλοι το γνώριζαν, άλλοι όχι. Κατέληγαν να έχουν την ίδια άθλια μοίρα με τους εξεγερθέντες που είχαν έρθει να αντικαταστήσουν. Η απεργία και η εξέγερση γίνονταν γρήγορα και για κείνους η μόνη διέξοδος, εκτός αν πέρναγαν από την απέναντι πλευρά, γίνονταν σκυλιά των αφεντικών. Όλα ήταν ώριμα για την ανταρσία, αλλά τίποτε δεν μπορούσε να προχωρήσει λόγω της αδυναμίας συνεννόησης: οι περισσότεροι Ανθρακωρύχοι δεν γνώριζαν αγγλικά, μιλούσαν μόνο τη γλώσσα της πατρίδας τους. Τα Συνδικάτα δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν γιατί οι κοινότητές τους ήταν μικρές, κλειστές, στηρίζονταν στην εθνότητα και τη γλώσσα.
Αυτά ήταν τα φράγματα που κατάφερε να ξεπεράσει ο Λούης Τίκας. Αφού στρατεύτηκε ο ίδιος στο Συνδικάτο, γύρω στο 1910, άρχισε να μιλάει με τους ανθρακωρύχους, όχι ως κάποιος σταλμένος από κάποιο αόρατο, μακρινό σωματείο, όχι ως ο ξένος επισκέπτης, ο καλοντυμένος με τα καθαρά νύχια, αλλά σαν ένας από αυτούς, που μοιραζόταν την ίδια μοίρα.

«Είχε ακουστεί ότι ήρθε ως απεργοσπάστης, αλλά είχε ακουστεί από τους εχθρούς του. Είχε πολλούς εχθρούς και μέσα στο Συνδικάτο ο Τίκας. Tους δημιουργούσε με τις θέσεις και το χαρακτήρα του. Θεωρούσε πως όποιος δεν έχει δουλέψει στα ορυχεία, δεν είχε θέση στο Συνδικάτο. Δεν τα πήγαινε καλά με τους επαγγελματίες εργατοπατέρες», λέει ο Ντέιβιντ Μέησον. Όπως δεν τα πήγαινε καλά και με τα αφεντικά. «Αν θες τη γνώμη μου, τον κατασυκοφάντησαν για να μειώσουν την προσφορά του». Δεν έχει σημασία. Τα έσωσε το βίωμα, η λαϊκή μνήμη, οι στίχοι του Γούντυ Γκάθρυ, τώρα και του Φρανκ Μάνινγκ. Ρωτάω και ένα ακόμη το Μέησον – διάβασα κάπου πως, ο Λούης ήθελε να εξαμερικανιστεί, απόδειξη πως έκοψε το μουστάκι. Δεν το έκανε γι’ αυτό, μου λέει. Το να κόψεις το μουστάκι σου «ήταν μια έξυπνη κίνηση, στα ορυχεία: εκεί, η σκόνη από το κάρβουνο κολλούσε πάνω στο μουστάκι και ήταν πολύ πιο δύσκολο να το καθαρίσεις ύστερα». Ο Λούης ήταν καθαρός, πάντα στην τρίχα, όπως επέβαλε τότε η πρακτική των συνδικάτων. Και ακόμη ήταν ευγενικός, ένας αληθινός τζέντλεμαν, λένε όσοι επιβίωσαν και τον θυμούνταν.

Τα πράγματα είχαν φτάσει στο Αμήν, το Σεπτέμβρη του 1913. Οι Ροκφέλερ, οι Λαμόντ, όλοι οι ιδιοκτήτες των κολαστηρίων, αρνήθηκαν στα Συνδικάτα τη βελτίωση των συνθηκών των εργατών, οι οποίοι ζητούσαν οκτάωρο, δικαίωμα να πληρώνονται με κανονικά χρήματα και να τους επιτρέπεται να πάνε στην πόλη, σε αληθινά μαγαζιά να ψωνίσουν, σε αληθινά σπίτια να μείνουν, και, βεβαίως, δικαίωμα στο συνδικαλίζεσθαι. Αρκεί να δεις τα αιτήματα για να καταλάβεις τις συνθήκες, λέει ο καθηγητής Μέησον.
Η άρνηση των αφεντικών οδήγησε σε απεργία των εργατών. Εκδικούμενοι, οι ιδιοκτήτες χρησιμοποίησαν τον ιδιωτικό τους στρατό, αποτελούμενο από μισθοφόρους των Πίνκερτον, των Μπάλντουιν Φελτς και άλλους μπράβους, για να πετάξουν τους ανθρακωρύχους και τις οικογένειές τους έξω από τους καταυλισμούς και τις παράγκες της εταιρίας. Οι απεργοί, πάνω από 13.000 σύνολο, βρήκαν καταφύγιο σε σκηνές που τους διέθεσε το Συνδικάτο. Στο Λάντλοου στήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους καταυλισμούς, για πάνω από 1200 ανθρώπους. Ηγετικές φυσιογνωμίες ήταν ο Λούης και ο Τζων Λώσον. Ο Λώσον συνομιλούσε με την εργοδοσία, ο Λούης γνώριζε τα αιτήματα των εργατών, ζούσε μαζί τους, τους εμψύχωνε.
Οι εταιρίες απάντησαν φέρνοντας περισσότερους μπράβους, περισσότερα όπλα και ένα τεθωρακισμένο με τέσσερα οπλοπολυβόλα, που οι εργάτες ονόμασαν “Τραίνο του Θανάτου” (Death Special). Οι απεργοί αποφάσισαν να εξοπλιστούν. Άρχισαν αραιές ανταλλαγές πυροβολισμών. Στόχος των αφεντικών ήταν η επέμβαση της εθνοφρουράς του Κολοράντο. Είχαν βρει τον άνθρωπό τους στο πρόσωπο του υπολοχαγού Καρλ Λίντερφελτ, ο οποίος πήγε στο Λάντλοου δήθεν για να εξακριβώσει τις συνθήκες, αλλ’ αντ’ αυτού ετέθη επικεφαλής των μισθοφόρων. Ο Λίντερφελντ ήθελε τη σύγκρουση γιατί την ήθελαν οι ιδιοκτήτες, οι οποίοι πλήρωναν καλά ―ήταν ο μόνος τρόπος να κατεβάσουν ως εκεί την εθνοφρουρά και να πνίξουν την εξέγερση στο αίμα.
Οι απεργοί δεν κατάλαβαν από την αρχή το ρόλο της εθνοφρουράς. Πίστεψαν ότι μπορεί να τους βοηθούσε, να έβαζε τέλος στις συμπλοκές. Δεν γνώριζαν ότι είχε κατεβεί με εντολή να συνεργαστεί με τους ιδιωτικούς στρατούς των ιδιοκτητών ούτε ότι εκείνοι είχαν πληρώσει τα έξοδά της. Ο Ροκφέλερ εξηγούσε αργότερα ότι, δεν τον ένοιαζε πόσες ζωές θα θυσιάζονταν για να τα κρατήσει ανοικτά τα ορυχεία του, παραδεχόμενος πως μόνον ο ίδιος είχε ξοδέψει πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια για να πολεμήσει την είσοδο των συνδικάτων σε αυτά.
Η 19η Απριλίου του 1914 ήταν Πασχαλιά, η μεγαλύτερη γιορτή για τους ξεριζωμένους Έλληνες ανθρακωρύχους. Πολωνοί, Ιταλοί, Μεξικανοί και Έλληνες γιόρταζαν μαζί, με χορούς, παιχνίδια μπέιζμπολ μεταξύ ανδρών και γυναικών και ψητά αρνιά ―κλεμμένα από παραδίπλα. Η γιορτή, που συνεχίστηκε και την επομένη όπως απαιτεί το έθιμο, εκνεύρισε τους μισθοφόρους των αφεντικών. Ο Πατ Χάμροκ και ο Λίντερφελτ, οι ουσιαστικοί επικεφαλής του ιδιωτικού στρατού του Ροκφέλερ, διάλεξαν Πάσχα να σκορπίσουν το θάνατο. Ειδικά του Τίκα του τα είχαν πολλά μαζεμένα και ο Λίντερφελντ έψαχνε τρόπο να τον ξεφορτωθεί.
Νωρίς το πρωί, κάλεσαν το Λούη και του ζήτησαν να τους παραδώσει έναν απεργό. Όχι Έλληνα ―Ιταλό. Ενδεικτικό της επιρροής του Λούη και πέρα από την ελληνική κοινότητα. Ο Τίκας αρνήθηκε, αφού δεν είχαν ένταλμα. Άρχισαν οι απειλές και οι απεργοί έβγαλαν τα όπλα τους, να δείξουν ότι δεν αποδέχονται την παράδοση του συντρόφου τους. Οι μισθοφόροι του Ροκφέλερ γύρισαν στο κτίριό τους ―μόλις αυτοί ήταν ασφαλείς, άρχισαν τα οπλοπολυβόλα να κροταλίζουν, αφήνοντας νεκρούς και τραυματίες μες στις σκηνές που είχαν γίνει σουρωτήρι. Πρώτος στόχος ο καταυλισμός. Πασχαλιάτικα, πέφταν νεκροί ο ένας μετά τον άλλο, βλέπαν τα παιδιά τους να σκοτώνονται, προσπαθώντας να ξεφύγουν προς τους λόφους. Η Εθνοφρουρά προέλαυνε προς τον καταυλισμό πυροβολώντας ―οι απεργοί προσπαθούσαν να τους κρατήσουν πίσω απαντώντας στα πυρά. Τα πιο πολλά γυναικόπαιδα κατάφεραν να ξεφύγουν μακριά από την Εθνοφρουρά χάρη σε ένα περαστικό τρένο, που χώρισε για λίγη ώρα τα δύο στρατόπεδα. Όμως, κάποιες οικογένειες είχαν καθηλωθεί από τους πυροβολισμούς και τα οπλοπολυβόλα. Κατέφυγαν σε ορύγματα και κελάρια που είχαν σκάψει όταν εμφανίστηκε ο “Θάνατος” στον καταυλισμό. Δυο μητέρες και ένδεκα παιδιά πέθαναν από ασφυξία σε ένα από αυτά τα κελάρια ―ανάμεσα τους η γυναίκα και τα παιδιά του Τσάρλυ Κόστα, που δολοφονήθηκε και εκείνος μόλις η Εθνοφρουρά μπήκε στον καταυλισμό.

«Ο Λούης Τίκας δέχθηκε καταιγισμό πυρών, την ώρα που προσπαθούσε να οδηγήσει τα γυναικόπαιδα σε μέρος ασφαλές», θα γράψει, στα απομνημονεύματά της, η Μητέρα Τζόουνς. Δεν ήταν ακριβώς έτσι. Όντως, ο Λούης προσπάθησε να βοηθήσει όσους μπορούσε. Βγήκε ζωντανός από τη μάχη, παραμένοντας από τους τελευταίους στον καταυλισμό, εμψυχώνοντας, προσπαθώντας να γλιτώσει όσους γινόταν. Όταν η εθνοφρουρά μπήκε μέσα και παρέδωσε τις σκηνές στις φλόγες, τον πιάσαν ζωντανό. Τον παρέδωσαν στον υπολοχαγό Λίντερφελτ. Τον υποχρεώσαν να γονατίσει. Ο Λίντερφελτ του έσπασε το κρανίο με τον υποκόπανο του όπλου του. Μετά, τον πυροβόλησαν πισώπλατα. Άφησαν την σορό του επί τρεις μέρες μες στον ήλιο, σε σημείο που να φαίνεται από τα περαστικά τρένα. Δίπλα οι σοροί δύο ακόμη μελών του Συνδικάτου. Ο Λίντερφελντ δέχθηκε να τους “αποσύρει” μόνο μετά από επίμονα παράπονα της εταιρίας σιδηροδρόμων.

Μετά την σφαγή του Λάντλοου, οι υπόλοιποι απεργοί του νότιου Κολοράντο, εξοργισμένοι, παίρνουν το νόμο στα χέρια τους. Επιδίδονται σε καταστροφές, πυρκαγιές και ανατινάξεις, κρατώντας την περιοχή επί δεκαήμερο, έως ότου φθάνουν ομοσπονδιακοί στρατιώτες και η απεργία καταλύεται. Ο Ροκφέλερ έχει νικήσει, αλλά δύσκολα μπορεί να πανηγυρίσει την νίκη του: όχι τόσο επειδή αναγκάζεται να αναγνωρίσει το συνδικάτο και να δώσει κάποιες στοιχειώδεις παροχές στους ανθρακωρύχος, όσο επειδή η δημόσια κατακραυγή για την σφαγή στιγμάτισε το όνομα του και τις επιχειρήσεις του για πολύ καιρό.
|
|
| Money, Money, Money |
21/06/2008 |
|
Ο Γιώργος Καραμπελιάς γραφει, με αφορμή την πρόσφατη κρίση στο ΠΑΣΟΚ και τα της Ζημενς. Τα μπολντ δικά μου.
——- —— —— ——
“Αίφνης, μια «ανεξήγητη» κρίση ξέσπασε μεταξύ Σημίτη και Παπανδρέου, που οδήγησε στη διαγραφή του πρώτου. Εμείς οι αδαείς κάναμε διάφορες υποθέσεις, «πολιτικού» και ιδεολογικού χαρακτήρα, για να την ερμηνεύσουμε. Μέχρις ότου ήρθε η βόμβα Μαντέλη-Τσουκάτου για να αποκαλύψει τα πραγματικά της αίτια.
Όπως πάντα στον ωραίο πασοκικό κόσμο, από την εποχή Κοσκωτά και μετά, τις αιτίες των «ρήξεων», πρέπει κανείς να τις αναζητά στην πηγή τους, να ακολουθεί την οσμή του χρήματος. Η συμμορία των «μικρομεσαίων» σαλταδόρων, που ενέσκηψε στη χώρα μετά την βαθύτατη κρίση της παραδοσιακής ολιγαρχίας, –η οποία αυτοχειριάστηκε με τη χούντα– και κυβέρνησε για είκοσι χρόνια τουλάχιστον και εν μέρει συνεχίζει να κυβερνά σε δήμους, νομαρχίες, συνδικάτα, κ.λπ., μόνο από το πορτοφόλι πιάνεται.
Γιατί από ιδεολογίες γνωρίζει καλά, και τα μεν και τα δε: Και «η Ελλάδα στους Έλληνες» και «ο εκσυγχρονισμός είναι μονόδρομος», ανάλογα με τη συγκυρία.
Στην πρώτη περίοδο, την «αγωνιστική», λάδωσε το άντερό τους. Ο νεαρός τότε Γιωργάκης προωθούσε τα «νέα τζάκια» και σύστησε στον πατέρα του τον Κοσκωτά που μετέφερε τα χρήματα σε πάμπερς (Ω τι αισχρή συκοφαντία!). Στη δεύτερη περίοδο την «εκσυγχρονιστική» είχαν ήδη κόψει τα μουστάκια, φορούσανε Αρμάνι και συναγελάζονταν σε δεξιώσεις με διανοουμένους της εκσυγχρονιστικής Αριστεράς και στα «μέγαρα» με άλλους μικρούτσικους. Τώρα πια το χρήμα περνάει με off-shore εταιρείες και μεγάλα κόλπα στα Χρηματιστήρια.
Ο Σημίτης υπήρξε το ίνδαλμα των Πρετεντέρηδων και των Σωμερίτηδων, ο αποτελεσματικός «λογιστής» που θα έβαζε τάξη στο «μπάχαλο» που άφησε ο σιδερένιος. Γι’ αυτό αποτέλεσε και πρότυπο των Ράμφων, των Σαββόπουλων, των Τσουκαλάδων, των Μουζέληδων, των Λιάκων, και όλου του εκσυγχρονιστικού συρφετού που συνεχίζει να λυμαίνεται την οικονομική, πολιτική και πολιτιστική ζωή της χώρας. Και προπαντός ο αγαπημένος πασών των πρεσβειών. Υπήρξε ο μεγάλος «μεταρρυθμιστής» της οικονομίας, αυτός που εμπορευματοποίησε τα πάντα, έκανε τους Έλληνες χρηματιστηριάκηδες, άτιμους, ξεπουλώντας τον Οτσαλάν και την Γιουγκοσλαβία, τους μετέβαλε σε γραικύλους, ανοίγοντας το δρόμο για την Τουρκία, αυτός που έφερε την μεταρρύθμιση των Ρεπούσηδων και των λοιπών CDRSEE, αυτός που προώθησε το σχέδιο Ανάν. Και βασικός του συνεργάτης ήταν ένας, ο Γιωργάκης, που έβαλε πλάτη για να έλθει ο Σημίτης στην Πασοκική εξουσία, ο χορευτής του Τζεμ και ο περίγελως των διεθνών συναντήσεων γιατί ήξερε μόνο μια αγγλική λέξη, το yes.
Οι δυο τους υπήρξαν οι κατ’ εξοχήν εκφραστές του «εκσυγχρονισμού». Και μαζί τους θα βρεθούν τόσο οι «μελαψοί κοντοπόδαροι» του Κουτσόγιωργα και του Άκη, για τους οποίους μιλούσε ο Σαββόπουλος, όσο και οι… κάποτε αντίπαλοί τους, ο Σαββόπουλος, οι ανανήψαντες νέο-ορθόδοξοι, αναρίθμητοι αριστεροί της Ανανέωσης – Λιάκος, Φραγκουδάκη, Μπίστης, Δαμανάκη– (μέχρι και ιδρυτικά μέλη της συντακτικής ομάδας του «Άρδην», αυτοί που μόλις εξελέγη ο Σημίτης στην πρωθυπουργία, την κάνανε από το νεοεκδοθέν «Άρδην» για καλύτερες θέσεις και σταδιοδρομία και τώρα υπογράφουν κείμενα στήριξης στον «Κινέζο» μαζί με το Σωμερίτη και την Φραγκουδάκη), κ.λπ. κλπ.
Και πως κατόρθωσε ο Σημίτης να ενώσει όλον αυτό τον ετερόκλητο συρφετό; Ο Σημίτης ως «υλιστής», μαρξιστικής παραδόσεως, γνωρίζει τη σημασία του χρήματος, ως συγκολλητικής ουσίας του μπλοκ εξουσίας. Εξ άλλου είχε και μαρξιστές συμβούλους όπως τον Τσουκαλά ή τον Μουζέλη και το Λιάκο για να του το υπενθυμίζουν. Κυνηγώντας λοιπόν το χρήμα –και τα παραφερνάλια του– εξουσία, σεξ, κότερα και κόκα, άλλοι τα μεν άλλοι τα δε, άλλοι όλα μαζί– συστοιχήθηκαν μαζί του αναρίθμητοι πρώην μυστακοφόροι και γενειοφόροι.
Γι’ αυτό ο εκσυγχρονισμός ξεπέρασε και την πρώτη Πασοκική δεκαετία σε διαφθορά. Και είναι λογικό, η νέα ιδεολογία ήταν πια ο πλουτισμός ως κίνητρο στην παραγωγή και την κοινωνία, και όχι πια ο «σοσιαλισμός». Άρα η κλοπή που στο παρελθόν γινόταν στα κρυφά μπορούσε πια να επιδεικνύεται ανοικτά, οι σύντροφοι να μετακομίσουν στα βόρεια προάστια και να παίζουν αυτοπροσώπως στο Χρηματιστήριο. Μέχρι και ο παλιός χαρτοπαίκτης της Γερμανίας μπορούσε πλέον να παντρεύεται στο Four Seasons των Παρισίων.
Η εποχή Σημίτη υπήρξε η χρυσή εποχή των ελίτ. Όταν έρεε άφθονο και αποενοχοποιημένο το χρήμα και η σαμπάνια. Ήταν η ωραία εποχή Κλίντον, της νέας γευσιγνωσίας και των μικρών οινοπαραγωγών (λέγε με Ροβέρτο Σπυρόπουλο). Γι αυτό δεν τον ξεχνούν οι καναλάρχες, οι «διανοούμενοι», και οι ολιγάρχες.
Το τέλος του εκσυγχρονιστικού στρατοπέδου
Ωστόσο έχει ο καιρός γυρίσματα. Ο «καταλληλότερος κατέρρευσε», και η εκσυγχρονιστική παγκοσμιοποίηση πάει κατά διαόλου. Η υπερδύναμη με τον Μπους μπήκε στη τελική φάση της παγκόσμιας ηγεμονίας της, την στρατιωτικο-μιλιταριστική. Η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, η Λατινική Αμερική, αμφισβητούν την μονοκρατορία. Οι ψοφοδεείς Ευρωπαίοι σκοντάφτουν όλο και πιο πολύ στους ίδιους τους λαούς (δημοψηφίσματα Γαλλίας, Ολλανδίας, Ιρλανδίας) και μοιάζουν όλο και πιο πολύ σαν μια πολιτική εξουσία των ζόμπι. Μπαρόζο, Μπαρό, Τρισέ, τα ανδρείκελα των Βρυξελλών. Υποχρεώνονται μάλιστα να αρχίσουν να στρέφονται κατά των ίδιων των σχεδίων της Αμερικής για ένταξη της Τουρκίας, την οποία απορρίπτουν Μέρκελ και Σαρκοζί. Οι φίλοι του Σημίτη και του Γιωργάκη, Μπλερ και Πρόντι έχουν γίνει καταγέλαστοι.
Τέλος, στην Ελλάδα ο εκσυγχρονισμός θα γνωρίσει δύο μεγάλες ήττες, μία πολιτική, με την απόρριψη του σχεδίου Ανάν, και μία ιδεολογική, με την απόσυρση του βιβλίου της Ιστορίας της 6ης Δημοτικού. Και αυτές οι ήττες θα καταγραφούν και στις εκλογές και στην πολιτική σκηνή. Η εκσυγχρονιστική Αριστερά του Συνασπισμού, εγκαταλείπει τη στρατηγική συμμαχία με τον εκσυγχρονισμό και το ρίχνει στην «αντιπαγκοσμιοποίηση», και μόνο ο εθνομηδενισμός εξακολουθεί –για πόσο άραγε;– να τους ενώνει με τους εκσυγχρονιστές. Στο Κοινοβούλιο εισέρχεται ένα κόμμα, το ΛΑΟΣ, που, παρότι “μαιμού”, από τα δεξιά του φάσματος, προσπαθεί να καρπωθεί την αγανάκτηση του κόσμου στα εθνικά θέματα, ενώ και το ΚΚΕ μετακινείται σε πατριωτικότερες θέσεις. Το «εκσυγχρονιστικό στρατόπεδο» θρυμματίζεται.
Επιφαινόμενό του και η μεγάλη κρίση στο ΠΑΣΟΚ με την απόπειρα Βενιζέλου, η οποία κατέδειξε την αδυναμία του εκσυγχρονισμού για αυτοκάθαρση, τουλάχιστον στην παρούσα φάση.
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα το αεριτζήδικο κεφάλαιο που γιγάντωσε επί εκσυγχρονισμού αρχίζει να ανησυχεί. Είχε επενδύσει στο ΠΑΣΟΚ, αλλά βλέπει πως διέξοδος δεν υπάρχει. Γι’ αυτό και μπαίνει άμεσα, το ίδιο, στο πολιτικό παιγνίδι. Ο Μπόμπολας γιγαντώνεται, αγοράζοντας και το «Πρώτο Θέμα» και ανοίγεται προς την κυβέρνηση και τους… Ρώσους. Η Γιάννα προσπαθεί με τα λεφτά του βασιλικού συζύγου και τον «Ελεύθερο Τύπο», ο Αλαφούζος ευθυγραμμίζεται με τους Αμερικανούς και το Ισραήλ, και από το πουθενά ξεπροβάλλει ως νέος άμεσος παίκτης ο Βγενόπουλος. Η κρίση του εκσυγχρονισμού γίνεται κρίση του πολιτικού συστήματος και οι παίκτες πολλαπλασιάζονται.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες εμφανίζεται το σκάνδαλο Ζήμενς, το οποίο εξ αιτίας της πολλαπλότητας των παικτών δεν μπορεί πλέον να καταπνιγεί, όπως ίσως θα συνέβαινε στο παρελθόν.
Η οικογένεια Μητσοτάκη, στο σύνολο της τρώει τα πρώτα τροχιοδεικτικά βλήματα και λουφάζει ελπίζοντας πως τα πράγματα θα μείνουν μέχρι εκεί. Για μήνες κυκλοφορούσε πως στο σκάνδαλο είχαν βρεθεί στοιχεία για την ανάμειξη του ίδιου του ΠΑΣΟΚ, και όχι μόνο στελεχών ή υπουργών του. Τρομοκρατημένος ο Γιώργος αρνείται να καλύψει τον Σημίτη και την εκσυγχρονιστική εποχή. Ο Σημίτης ανταπαντά, βλακωδώς, με την επιστολή-νουθεσία προς τον τελευταίο μυστακοφόρο και εισπράττει μια αναπάντεχη διαγραφή. Η επιστολή του Σημίτη ήταν μάννα εξ ουρανού για το Γιώργο. Του έδινε τη δυνατότητα να φορτώσει στον Σημίτη, και την παρέα του, όλη τη διαφθορά της εκσυγχρονιστικής περιόδου. Γι’ αυτό και με μια ενέργεια που βρήκαν απαράδεκτη οι «κυρίες-οι» Μουζέλης, Λιάκος, Τσάτσος, Σωμερίτης, Φραγκουδάκη, Καλουδιώτης, κ.ά., ο Γιώργος έσπευσε να διαγράψει το Σημίτη, μερικές ημέρες πριν σκάσει η κεραμίδα Ζήμενς.
Το χρήμα που είχε ενώσει τη μεγάλη εκσυγχρονιστική παρέα, ταξιδεύει πλέον σε άλλους μητσοτάκειους ουρανούς, και γι’ αυτό μεταβάλλεται πλέον σε παράγοντα διάσπασης. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές του Σημίτη, ο παλιός ΕΚΚΕτζής, Τσουκάτος, δεν θα κάτσει με σταυρωμένα χέρια. Και το ντόμινο ανοίγει.
Άσχετα με την έκβαση και το βάθος που θα φτάσουν οι αποκαλύψεις, το σκάνδαλο Ζήμενς έβαλε ήδη την ταφόπετρα πάνω στον παραπαίοντα εκσυγχρονισμό. Το μαύρο χρήμα είναι υπέροχο όταν δεν αποκαλύπτεται η πηγή του, μεταβάλλεται σε κατάρα όταν παύει να είναι μαύρο και βγαίνει στο φως της ημέρας. Αν θα συμπαρασύρει το σύνολο του ΠΑΣΟΚ ή και τον δικομματισμό τον ίδιο στον τάφο, θα μας το δείξουν οι εξελίξεις που αναμένονται.
Γιώργος Καραμπελιάς
Το κείμενο αποτελεί μέρος του αφιερώματος της Ρήξης για την κρίση του Πα.ΣοK
|
|
| Λονδίνο, Κυριακή 15 Ιουνίου 2008 |
16/06/2008 |
|
“Λαμπρινή μου, είμαι στη διαμαρτυρία κατά Μπους, στην πλατεία του κοινοβουλίου. Εδώ και λίγη ώρα έχουν αρχίσει τις συλλήψεις. Η ομάδα που κάνει τις περισσότερες, ομάδα ειδικών δυνάμεων (riot police), έχει τα διακριτικά USA4 στα κράνη. Ξεκίνησε η διαμαρτυρία στις πέντε, με χαρούμενα τραγούδια και βραζιλιάνικα κρουστά. Τώρα κτυπά ο μπιγκ μπεν εννιά και μπήκε η ομάδα USA3 σε δράση. Περικυκλώνουν σιγά σιγά τους διαδηλωτές. Ένα ελικόπτερο πετάει από πάνω.”
–
Μερικές ώρες αργότερα, μια σειρά κενά μηνυματα. Ύστερα πάλι, χωρίς κείμενο μα με τη βιασύνη αποτυπωμένη στο σάμπτζεκτ του μέηλ:
–
“Διαδήλωσης συνέχεια. Οι συλλήψεις γίνονται με σύστημα. Από περιγραφές που έχουν νωρίτερα, ξεχωρίζοντας άτομα μέσα στο πλήθος. Τώρα πια είναι μόνο καμμιά εκατοστή άτομα που έχουν μείνει”.
–
Αγαπημένε μου Μ.,
Είδα όλα τα μηνύματα μαζί. Είμασταν με τον Α. χτες, μετά τη βάρδια μου, είχα καιρό να τον χαρώ - τωρα, πάλι, από τη δουλειά σου γράφω, τρεις μέρες βαρδια στη σειρά – πως τα κατάφερα… Χαίρομαι που τα είδα όλα μαζί. Ανησυχώ μα, ανησυχώ από σήμερα το πρωί. Ελπίζω να βρεις χρόνο να μου γραψεις.
|
|
| Με τα ίδια τους τα χέρια… |
13/06/2008 |
|
πιάσαν πάλι την πνιγμένη Ευρώπη από τα μαλλιά της, και την έσωσαν.
Δεν έχω γνωρίσει ιρλανδό να μη τον αγαπήσω. Τρία εκατομμύρια ποιητές και η καρδιά μου μία.

Στο ρόλο του Τάσσου Παπαδόπουλου, το Σιν Φέιν. Γειά σου, χαρά σου Λεβεντιά!
το έργο από εδώ
|
|
| Πρόσκληση σε σκέψη |
6/06/2008 |
|
Σύλλογος Αλληλεγγύης στον Παλαιστινιακό Λαό ΙΝΤΙΦΑΝΤΑ
Δικτυακός τόπος: http://www.intifada.gr
“Δίνοντας Φωνή στους πολίτες της Γάζας”
Ο Σύλλογος Αλληλεγγύης στον Παλαιστινιακό Λαό «Ιντιφάντα» σας προσκαλεί στην εκδήλωση που συνδιοργανώνει με την Ένωση Φωτορεπόρτερ Ελλάδας με ομιλητή τον βραβευμένο δημοσιογράφο Mohammed Omer από τη Ράφα.
Τρίτη 10 Ιούνη στις 7 μ.μ. στην Αίθουσα Ανταποκριτών Ξένου Τύπου, Ακαδημίας 23
Μοχάμεντ Ομέρ/ ανταποκριτής απ’ τη Γάζα
Ο Μοχάμεντ Ομέρ, 24 ετών, γεννήθηκε στον προσφυγικό καταυλισμό της Ράφα, στο νοτιότερο τμήμα της Λωρίδας της Γάζας κοντά στα αιγυπτιακά σύνορα. Ο μεγαλύτερος από οκτώ αδέλφια άρχισε να δουλεύει για να στηρίξει την οικογένειά του σε ηλικία έξι ετών, όταν ο πατέρας του κρατούνταν στις ισραηλινές φυλακές.
Ξεκίνησε κάνοντας διάφορες περίεργες δουλειές, πουλώντας είδη όπως φασόλια και ποπκόρν στο δρόμο και αργότερα βρήκε δουλειά σε εργοστάσιο συσκευασίας. Κατάφερε ωστόσο παράλληλα να σπουδάσει. Τον Ιούνιο του 2006 αποφοίτησε με πτυχίο στην Αγγλική Φιλολογία και τη Λογοτεχνία από το Ισλαμικό Πανεπιστήμιο της Γάζας.
Σήμερα εργάζεται ως δημοσιογράφος – φωτορεπόρτερ, διερμηνέας, και συντονιστής προγραμμάτων.
Σε ηλικία 17 ετών άρχισε να εργάζεται ως διερμηνέας για τις αποστολές της Global Exchange, για επισκέπτες αξιωματούχους και για ξένους ανταποκριτές στη Γάζα. Στα 18 άρχισε να γράφει τακτικά άρθρα σε διεθνή μέσα, πρώτα στο σήμερα ανενεργό Social Nerve. Από τότε έχει δημοσιεύσει άρθρα σε δεκάδες εφημερίδες και περιοδικά παγκοσμίως και αυτή τη στιγμή συνεργάζεται τακτικά, μεταξύ άλλων, με το ειδησεογραφικό πρακτορείο International Press Service, το περιοδικό New Statesman, τον Independent και το ηλεκτρονικό περιοδικό Electronic Intifada. Για τα άρθρα του στο Washington Report on Middle East Affairs τιμήθηκε από το New American Media ως η «Καλύτερη Νεανική Φωνή» για το 2006. Φέτος τιμήθηκε με το Βραβείο Martha Gellhorn 2008 για τη Δημοσιογραφία. Ευρέως γνωστό είναι και το επιδραστικό του blog, RafahToday.org, που προέκυψε από το ηλεκτρονικό ενημερωτικό δελτίο του «Μας Σκοτώνουν» (We Are Getting Killed).
Ο Μοχάμεντ Ομέρ είναι επίσης ένας εξαίρετος φωτογράφος. Οι εικόνες του συχνά διανέμονται από διάφορα διεθνή πρακτορεία, συμπεριλαμβανομένου του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων (AFP).
Στις 18 Οκτωβρίου του 2003, ένα ισραηλινό θραύσμα σκότωσε τον 17χρονο αδελφό του, Χουσάμ, καθώς πήγαινε στο σχολείο. Εννέα μέρες αργότερα μια ισραηλινή μπουλντόζα D-9 κατεδάφισε το σπίτι της οικογένειάς του χωρίς προειδοποίηση ενώ οι άνθρωποι βρίσκονταν μέσα. Ενώ οι τοίχοι συνθλίβονταν και η στέγη κατέρρεε, η οικογένεια κατάφερε να διαφύγει από ένα παράθυρο. Η μητέρα του τραυματίστηκε βαριά τότε, ένα τραύμα από το οποίο υποφέρει μέχρι και σήμερα. Με την πάροδο των χρόνων σχεδόν όλα τα αδέλφια του Μοχάμεντ έχουν σακατευτεί ή τραυματιστεί σοβαρά από τις ισραηλινές στρατιωτικές δυνάμεις.
Στην Ελλάδα έρχεται προσκεκλημένος του Συλλόγου Αλληλεγγύης στον Παλαιστινιακό Λαό «Ιντιφάντα» για να λάβει μέρος σε εκδήλωση που συνδιοργανώνεται με την Ένωση Φωτορεπόρτερ Ελλάδας στην Αίθουσα Ανταποκριτών Ξένου Τύπου την Τρίτη 10 Ιουνίου στις 7 μ.μ.
|
|
|
 |
|