Η τεράστια Buick στρίβει με δυσκολία στο στενό χωματόδρομο. Λασπωμένα πιτσιρίκια, με κοντοπαντέλονα, μύξα που αγνοεί τη βαρύτητα, στόμα να χάσκει, παρατούν το παιγνίδι και στέκονται ακίνητα. Προσ-χή! Παρατάσσεται η μόνιμη επιτροπή υποδοχής του Κωνσταντίνου Χαλιλόπουλου, του τελευταίου βασιλιά των τσιγγάνων, του πρώτου αρχηγού των ελλήνων Ρομά, στα λασπόνερα της Πετρούπολης και των Νέων Λιοσίων.
Στα δυτικά προάστια του 70, ο ρατσισμός είναι άγνωστη έννοια. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουν. Δεν ξέρουν καν τι πάει να πει τσιγγάνος. Στις αλάνες, σημασία είχε να είσαι ο πιο γρήγορος, ο πιο δυνατός, ο πιο δίκαιος. Η μαρίδα έπαιζε χωρίς κανείς να της λέει να προσέξει τα αυτοκίνητα. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Εκτός από την Buick του βασιλιά. Αλλά αυτή, δε γινόταν να μη την προσέξεις. Όπως δεν γινόταν να μη προσέξεις τον άρχοντα που, παράταιρος για την περιοχή, έβγαινε πάντα ντυμένος στην τρίχα.
Κανείς δεν τον ήξερε ως Κωνσταντίνο Χαλιλόπουλο, εκείνα τα χρόνια. Ήταν ο βασιλιάς των τσιγγάνων. Η μόνη φορά που η επιθυμία του δεν εισακούστηκε ήταν όταν αποποιήθηκε τον τίτλο και δήλωσε ότι προτιμά να τον αποκαλούν «αρχηγό» της φυλής. Το πέρασμα στην προεδρευομένη δημοκρατία έβαλε στο στόχο τον τίτλο. Όμως, παρέμεινε βασιλιάς για όλους. Οι τσιγγάνοι που μαζεύονταν να του φιλήσουν το χέρι, να ζητήσουν τη βοήθειά του, νοιώθαν ότι μιλούν στο βασιλιά τους. Τον αδελφό του, το Νίκο, ακόμη στην περιοχή τον αποκαλούν «πρίγκηπα». Χωρίς ίχνος ειρωνείας. Με τρυφερότητα, με το σεβασμό που αρμόζει σε κείνον που έγραψε τον εθνικό ύμνο των Ρομά: τι σημασία έχει κι αν είμαι τσιγγάνος…
Ο τελευταίος Κωνσταντίνος βασιλεύς των Ελλήνων τσιγγάνων, γεννήθηκε το 1932 κι έφυγε από τη ζωή τη Μεγάλη Πέμπτη του 2005. Πρωτότοκος του πρώτου βασιλιά των τσιγγάνων, του Δημήτρη Χαλιλόπουλου, που η προσωπικότητα και τα διδάγματά του έχουν αφήσει βαριά τη σκιά τους στην οικογένεια και τη φυλή. Ο Δημήτρης, έλληνας πολίτης, πλούσιος ζωέμπορος, μουσικός από μεράκι, σύντροφος του βασιλιά Παύλου στο κυνήγι, ήταν ο άνθρωπος που τίμησαν κι αγάπησαν όσο κανέναν οι έλληνες τσιγγάνοι. Κι εκείνος αγάπησε την Ελλάδα τόσο, που, μετά την μάχη στο Τεπελένι, όπου πολέμησε, έβγαλε τη μια του κόρη Τεπελένι. Έτσι τη φώναζαν – ούτε χαϊδευτικά ούτε τίποτε. Η οικονομική του επιφάνεια τον βοηθούσε να εισακούεται από τις αρχές, η γενναιοδωρία του κι η ανθρωπιά του να έχει το σεβασμό της φυλής, που γρήγορα τον αναγόρευσε βασιλιά. Χρειάζονταν γιατρό, είχαν προβλήματα με την αστυνομία, οι αρχές τους έκαναν τη ζωή δύσκολη; Έτρεχαν στο Δημήτρη. Όσο βοηθούσε τόσο μεγαλύτερες γινόταν οι ουρές των τσιγγάνων έξω από το σπίτι του. Φτάναν από όλη τη χώρα να ασπαστούν το χέρι του ανθρώπου που δίδασκε τα παιδιά του πως «οικογένειά τους είναι όλη η φυλή». Όσο για τη φυλή, εκείνος ήταν το κράτος κι η δικαιοσύνη.
Ο Δημήτρης έχρισε τον Κωνσταντίνο διάδοχό του, όταν ο τελευταίος πάτησε τα τριάντα. Ήξερε ότι τα προβλήματα δεν προλάβαιναν να λυθούν μες σε μια ζωή – τη δική του. Έκανε πίσω, κράτησε ρόλο συμβουλευτικό και σταδιακά παρέδωσε τα ηνία. Η φυλή δέχθηκε τον Κωνσταντίνο γιατί απέδειξε ότι δίκαια τα παρέλαβε. Αν δεν ήταν ικανός κανείς δεν θα τον αποκαλούσε βασιλιά, κανείς δε θα στεκόταν στις ουρές να φιλήσει το χέρι του.
Ο τελευταίος βασιλιάς έβγαλε κάποιες τάξεις του δημοτικού αλλά δεν αγαπούσε τα γράμματα. Αγαπούσε τα κρουστά και το λαγούτο. Έγινε μουσικός. Τρομερό αυτί. «Έπιανε με τη μια τις πράσσινες (φάλτσες) νότες», θυμάται ο αδελφός του Νίκος. Όμορφος άντρας, μερακλής μουσικός, έκλεβε καρδιές. Όμως δεν είχε «τσιγγάνα καρδιά». Παντρεύτηκε με προξενιό πριν πάει φαντάρος. Τίμησε το γάμο του. Με τη σύζυγό του, Γιαννούλα, απέκτησε πέντε γιούς κι ήταν πάντα δίπλα τους. Κυρίως δίπλα στη βασίλισσά του. Όταν εκείνη άρχισε να έχει προβλήματα υγείας, σηκωνόταν το πρωί να της φτιάξει καφέ και να ετοιμάσει τη φρυγανιά της. «Ήταν σαν να είναι μονίμως νιόπαντροι, ήταν πάντα ερωτευμένοι».
Ο Κωνσταντίνος ήταν εκείνος που έκανε πραγματικότητα το μεγαλύτερο όνειρο του πατέρα του: την πολιτογράφηση των Ελλήνων τσιγγάνων. Οι προσπάθειές του και το ευήκοον ους του Κωνσταντίνου Καραμανλή έφεραν το ζητούμενο το 1976. Ήταν θέμα επιβίωσης για τη φυλή να κερδίσει το δικαίωμα στα «νόμιμα χαρτιά», με πρώτο τις ταυτότητες και τα διπλώματα οδήγησης. Οι τσιγγάνοι, κυρίως έμποροι- νομάδες με αυτοκίνητα, ήταν οι περισσότεροι αγράμματοι. Το σήμα-κατατεθέν ντάτσουν, που χώρεσε δικαίως στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών, ήταν «κόκκινο πανί» για «τον αστυφύλαξ και τον χωροφύλαξ» που τους έβαζαν στο μάτι. Οι περισσότεροι τσιγγάνοι δεν είχαν διπλώματα. Αν δεν ήξερες γράμματα, δεν περνούσες τα σήματα. Τόσο απλά. Ο Κωνσταντίνος έτρεχε από τη μια μεριά της Ελλάδας στην άλλη για να επιτραπεί στους τσιγγάνους – παρανόμως- να δώσουν σήματα προφορικά.
Βασιληάς σημαίνει μόνο υποχρεώσεις και το χέρι βαθιά στην τσέπη. Στα δυτικά προάστια δεν ξέρανε τι είναι ρατσισμός, αλλά στην αστυνομία, στα σχολεία, στα νοσοκομεία, στο στρατό ήξεραν και παραήξεραν. Για να δεχθούν ένα τσιγγάνο νομάδα στο νοσοκομείο έπρεπε ο βασιλιάς να πάει αυτοπροσώπως, στην ανάγκη να κινήσει και πολιτικά νήματα. Κάποιος δήμαρχος αρνούνταν να δώσει ηλεκτρικό στους τσιγγάνους της Κομοτηνής, κάποιος υπάλληλος αρνούνταν να δώσει διπλώματα στη Θήβα, κάποια αγόρια της φυλής είχαν μπλέξει σε φασαρίες στον Πύργο. Όλα στους βασιλικούς ώμους. Ήξερε τους πάντες και τον ήξεραν οι πάντες. Όπως του παραδόθηκε από τον πατέρα του, έτρεχε αφιλοκερδώς. Αλλά, δε χαριζόταν σε κανέναν. Κάποτε τρία τσιγγανόπουλα σκότωσαν ένα μπαλαμό σε καυγά. Έτρεξε να τους βρει δικηγόρους. Ο δικαστής εξάντλησε την επιείκειά του στα τρία αγόρια που όντως τα είχαν προκαλέσει. Τη γλίτωσαν με λίγους μήνες φυλακή. Ο δικαστής, λίγες μέρες αργότερα, συνάντησε τον Κωνσταντίνο στο δρόμο. «Χαλιλόπουλε, πρέπει να είσαι ευχαριστημένος», του είπε. «Όχι, δεν είμαι», απάντησε ο βασιλιάς. «Άνθρωπο σκότωσαν. Δεν είπα να παν τριάντα χρόνια μέσα, μα δεν τους έδωσες να καταλάβουν τι έκαναν».
Μπορεί να είναι που «ο νεκρός δικαιώνεται», μπορεί να είναι που ο θάνατος του τελευταίου βασιλιά σημαίνει και το τέλος μιας εποχής. Τα Νέα Λιόσια λέγονται πια Ίλιον, οι τσιγγάνοι λέγονταν Ρομά, ο γιός του Κωνσταντίνου αναλαμβάνει αρχηγός κι όχι βασιλιάς. Μπορεί να φταίει η νοσταλγία, όμως κανένας δε βρέθηκε να πει κακή κουβέντα για τον τελευταίο βασιλιά. Όσοι μίλησαν για εκείνον καταλήγουν στην ίδια λέξη: λεβέντης. Του το είπε ο Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, όταν τον δέχθηκε στο προεδρικό μέγαρο το 2000. «Βρε Κώστα, δεν έχεις αλλάξει καθόλου. Πάντα ήσουν άρχοντας».
—
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Έψιλον της Ελευθεροτυπίας