Και τώρα οδοιπόρος Αφήνω το Άγιον Όρος…

«Αν όσοι πηγαίναμε για καλόγεροι μέναμε στο Άγιον Όρος, τώρα θα κρεμόμασταν στα δέντρα σαν τα πιθήκια». Ο γενειοφόρος σαραντάρης απέναντί μου, δοκίμασε και δοκιμάστηκε ως μοναχός στην Αθωνική Πολιτεία για τρία χρόνια. Λίγο πριν εισέλθουμε στο σωτήριο έτος 1988, παράτησε τις πορείες, το μπάσο, τον ροκ βίο και τα κορίτσια, για να βάλει το ράσο. Τρία χρόνια ήταν αρκετά για να εγκαταλείψει. Του έπεφτε βαριά η καλογερική. «Δεν μετανοιώνω που πήγα. Καλύτερα να μετανοιώσεις μια φορά για κάτι που έκανες παρά να μετανοιώνεις παντοτεινά για κάτι που δεν έκανες, έτσι δε λέγαμε;». Δεν μετανοιώνει ούτε για το γεγονός ότι έφυγε. Παρ όλα αυτά, δεν δέχεται να μιλήσει με το όνομά του. Όπως οι «πολλοί που μοιράζονται την εμπειρία του» και που καμμία επίσημη μελέτη δεν μας δίνει τον αριθμό τους, σκέφτεται κι εκείνος το στίγμα. «Για κάποιο λόγο, ο κόσμος νομίζει ότι όποιος φεύγει από το μοναστήρι έχει κάποιο κουσούρι. Τι θες; Να κάθομαι να εξηγώ πως δεν είχα κουσούρι όταν μπήκα, ούτε απέκτησα πριν βγω; Δεν αναπαυόμουνα στον κόσμο. Ακόμη δεν αναπαύομαι. Όμως δεν αναπαύτηκα και στο μοναστήρι». Η ορθόδοξη «διάλεκτος» παρισφρύει συχνά στο λόγο του, όπως και των υπολοίπων πρώην μοναχών και πρώην ιερέων που δέχθηκαν να μιλήσουν – ανώνυμα οι περισσότεροι.

Ο Γ.Γ., θεολόγος, ελληνοαμερικάνος, εγκατέλειψε το Άγιο Όρος το 1982, μετά από δέκα χρόνια άσκησης και προσφοράς. Η επανένταξή του δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα, γιατί αντί να μείνει στην Ελλάδα μετά τον αποσχηματισμό του, έφυγε κάποια χρόνια στην Αμερική. «Εδώ η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να δεχθεί την επιστροφή ενός ιερωμένου στις τάξεις των λαϊκών. Στο εξωτερικό ήταν ατού στο βιογραφικό μου ότι υπήρξα κληρικός για 10 χρόνια. Αποτέλεσε βασικό κριτήριο στην πρόσληψή μου ως εκπαιδευτικός. Σήμερα, μετά τόσα χρόνια, που έκανα πια οικογένεια, που τα παιδιά μου μεγάλωσαν, ακόμη η ελληνική κοινωνία δεν είναι έτοιμη να το δεχθεί». Οι περισσότεροι λαϊκοί «συνδυάζουν την εγκατάλειψη, τον αποσχηματισμό, με το σκάνδαλο. Φαντάζονται ομοφυλοφιλία, φαντάζονται εραστές. Δεν εξετάζουν αν παραιτήθηκε κάποιος για λόγους συνείδησης ή γιατί ήταν δυσβάστακτο το σχήμα». Ο ίδιος παραιτήθηκε για λόγους συνείδησης «αν και κάποιος δεσπότης τότε (στην Αμερική) μου είχε πει να μείνω και να κάνω παράλληλη ζωή. Ε, δεν το σήκωνε αυτό η συνείδησή μου, δεν μπορώ την υποκρισία». Λόγοι ηθικής προκάλεσαν και τον πρώτο τριγμό στη σχέση του με την Εκκλησία. «Έκανε το λάθος το μοναστήρι να με στείλει έξω στον κόσμο, να υπηρετήσω σε μετόχι στα 24 μου χρόνια. Αν είχα μείνει μέσα ίσως δεν είχα εγκαταλείψει. Η πρώτη φορά που κλονίστηκα ήταν όταν δεσπότης του εξωτερικού, όπου τότε υπηρετούσα, μου ρίχτηκε. Με σόκαρε πάρα πολύ. Ήταν για μένα η αρχή του τέλους. Δεν είχα δώσει ποτέ τέτοιο δικαίωμα. Πέρασα μεγάλη κρίση, πάλεψα τρία χρόνια, ύστερα επέστρεψα στην Ελλάδα. Ήταν άλλωστε η εποχή που ο μακαριστός Ιάκωβος (σσ Αμερικής) δεν στήριζε τον άγαμο κλήρο. Γύρισα να υπηρετήσω στην Αθήνα αλλά ψυχικά είχα κουραστεί. Προτίμησα να παραιτηθώ». Χρόνια μετά γνώρισε τη γυναίκα του, απέκτησαν δύο κόρες. Σήμερα, διαζευγμένος, επιστρέφει ως προσκυνητής στο τότε μοναστήρι της μετανοίας του. «Πάω κάθε καλοκαίρι να γεμίσω τις μπαταρίες. Με δέχονται με πάρα πολύ αγάπη, με φωνάζουν με το μοναστικό μου όνομα. Είναι πνευματικό μοναστήρι. Και ξέρουν ότι δεν ήμουν άσωτος υιός. Δεν έπαψα ποτέ να αγαπάω την Εκκλησία».

«Άσωτος υιός» δηλώνει ο μοναχός Νικόδημος, κατά κόσμον Νικόλαος Περακάκης. «Όταν ήρθα στην Αθήνα η μοναχική μου συνείδηση υποχώρησε. Έγινα ο άσωτος υιός κι έγινα συνειδητά». Στην παραβολή ο πατέρας τον δέχεται με αγάπη όταν επιστρέφει, όμως. «Κοιτάξτε, ο πατέρας στον ουρανό, όχι στο Άγιον Όρος». Δεν επέστρεψε ποτέ ξανά στην Αθωνιτική πολιτεία, την οποία εγκατέλειψε μετά από δεκαεννιά ρασοφορεμένα χρόνια. Δεν τον περιμένει κανείς με αγάπη εκεί, πιστεύει. Το λέει με πίκρα. Είναι από τους λίγους που μιλούν επώνυμα. Το βιβλίο του, «Νικοδήμου μοναχού, Τα ιερά κείμενα ενός μοναχού» από τις εκδόσεις Λιβάνη, αποτελεί μία από τις ελάχιστες μαρτυρίες που έχουμε για την πορεία ενός μοναχού προς τον αποσχηματισμό. Η περίπτωση του Σεραφείμ Κουλουσούσα, που κατασπαράχθηκε από τα κανάλια, και παλιότερα ενός παίκτη ρηάλιτυ, του Νέστορα Φαναρά, που «Άφησε το μοναστήρι για να πάει στη ΦΑΡΜΑ», όπως έγραφε πρωτοσέλιδα η Espresso, είναι ενδεικτικά όσων ακολουθούν την δημοσιοποίηση του αποσχηματισμού. Ο Νικόδημος πήρε το ρίσκο. Με αρκετές ποιητικές του συλλογές να έχουν κυκλοφορήσει ενώ ακόμη βρισκόταν στο Άγιον Όρος, με μεγάλη αγάπη και για τη ζωγραφική, την οποία ακόμη υπηρετεί, έφυγε διότι θεωρήθηκε ανάρμοστη η ενασχόλησή του με αυτά από πρεσβυτέρους πατέρες. «Δεν ήμουν πλασμένος για κοινωνική ζωή, αλλά για κακή μου τύχη είχα πολλά ταλέντα. Ήθελα να ξεφύγω από τους δογματικούς περιορισμούς, ήθελα να δημιουργήσω χωρίς όρους, ελεύθερα». Θυμάται πως, όταν αποφάσισε να εκδώσει τα πρώτα του ποιήματα, όντας τότε γραμματέας της ιεράς κοινότητας, ο αρχιγραμματέας, π. Θεόκλητος Διονυσιάτης «μου έκανε επί μία ώρα διάλεξη, προσωπική, για να μου εξηγήσει γιατί δεν πρέπει να γράφω ποίηση». [Ο π. Θεόκλητος είναι φίρμα εκείνης της περιόδου- είχε εξαπολύσει πόλεμο κατά του Χρήστου Γιανναρά και κατά της νεώτερης θεολογίας, την οποία καταδίκαζε ως «αίρεση των νεορθοδόξων»]. Ο Νικόδημος μιλάει για όλα ανοικτά –«είμαι ήρεμος, τα έχω βρει με τη συνείδησή μου»- αλλά καταλαβαίνει όσους αποφασίζουν να μη δημοσιοποιήσουν την εμπειρία τους. «Ο μοναχός ο οποίος εγκαταλείπει το Άγιον Όρος αισθάνεται σαν αποτυχία όλα τα προηγούμενα χρόνια, αυτά που ακολούθησε το μοναχισμό. Αισθάνεται ότι δεν πέτυχε σε αυτό που ήταν ο όρος εισδοχής του στην μοναχική πολιτεία. Οι αποτυχίες πονάνε και πληγώνουν». Εκείνος εισήλθε στην αθωνική πολιτεία το 1972. Αν κι από τότε η Ελλάδα άλλαζε πρόσωπα διαρκώς, πιστεύει ότι οι λόγοι που οδηγούν πολλούς νέους στις μονές, όπως κι οι λόγοι που τους επαναφέρουν στον κόσμο, παραμένουν οι ίδιοι. «Η νεολαία έχει προβλήματα και αναζητεί καταφυγή. Η πλειοψηφία, άλλωστε, όσων ανεβαίνουν, μένει στα μοναστήρια γιατί βρίσκει καταφυγή». Τα οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα παίζουν, επίσης, σημαντικό ρόλο. «Τα παλιά χρόνια που οι οικογένειες είχαν πέντε και δέκα παιδιά δεν είχαν να τα θρέψουν και τα πήγαιναν από την ηλικία των οκτώ ετών στο μοναστήρι. Αυτό κινδυνεύει να γίνει και σήμερα, γιατί ο νέος δεν έχει απασχόληση, υπάρχει ανεργία. Το μοναστήρι έχει περιούσια. Στο μοναστήρι ξενοιάζεις από τη βιοτική μέριμνα». Εκείνοι που εγκαταλείπουν, «φεύγουν από τα μοναστήρια όχι γιατί τους δυσκόλεψαν στη νηστεία ή στην προσευχή. Αυτό που τους διώχνει είναι το κακό παράδειγμα. Κάτι βλέπει που δεν του αρέσει ο νέος μοναχός, από κάποιο λόγο γκρεμίζεται το πιστεύω του. Και πρόκειται για ισχυρό πιστεύω, γιατί ο νέος πιστεύει με όλο του το είναι».

Ο Νικόδημος πιστεύει στο Θεό. Όλοι οι πρώην μοναχοί ή ιερομόναχοι που δέχονται να πουν δυό κουβέντες για το «Ε», βεβαιώνουν πως πιστεύουν. «Δεν είναι εξωμότες, προδότες, γενίτσαροι. Θα ήταν πολύ εύκολο να γίνουν κάτι τέτοιο. Θα έγραφαν βιβλία που θα πουλιόντουσαν, θα έδιναν συνεντεύξεις, θα έβγαιναν στα κανάλια, θα έκαναν καριέρα.. Όμως, όχι, δεν επέλεξαν κάτι τέτοιο. Κι εδώ φαίνεται η ακεραιότητα των ανθρώπων, η οποία κάνει πολύ πιο δύσκολη την περίπτωση. Δεν μπορείς να τους εντάξεις σε ένα στερεότυπο, όπως τον πρώην αριστερό που γίνεται ιδεολόγος της δεξιάς. Οι άνθρωποι αυτοί ξεφεύγουν. Είναι outsiders, είναι άνθρωποι πολλαπλώς φυγάδες. Έχουν μια φυγή από τον συμβατικό πολιτισμό στην αγιορείτικη ζωή και μια δεύτερη να γυρίσουν στον συμβατικό πολιτισμό. Αντιμετωπίζουν δυσκολίες κι από τις δύο πλευρές», λέει ο καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, Μάριος Μπέγζος. Αποδίδει στο γεγονός ότι «δόθηκαν και προδόθηκαν» την απόφαση μοναχών κι ιερομονάχων να εγκαταλείψουν και στις τραυματικές τους εμπειρίες την άρνησή τους να μιλήσουν, πολύ δε περισσότερο επωνύμως. ««Είναι θέμα ταμπού, γιατί συνοδεύεται από τραύμα που δεν έχει κλείσει. Στο Όρος πάνε για να επουλώσουν ένα τραύμα. Η επούλωση δεν έχει γίνει, το τραύμα είναι ανοικτό. Κάποτε κακοφορμίζει. Η πληγή όλο και βαθαίνει». Άλλωστε, «η σχέση με το ιερό είναι συγκρουσιακή. Αυτοί οι άνθρωποι αρνήθηκαν μια μορφή του ιερού αλλά δεν αρνούνται το ίδιο το ιερό. Και δεν μπορούν να βρουν το κανάλι που θα τους συνδέσει». Επισημαίνει και μιάν ακόμη παράμετρο: οι περισσότεροι εξ όσων εγκαταλείπουν, έχουν μονάσει στο Άγιον Όρος. Εκείνο δέχεται το μεγαλύτερο ρεύμα υποψηφίων μοναχών. «Το Όρος αποκτά σήμερα τη μοίρα του μπλου τζην. Από ένδυμα εργατικό, το 1960 γίνεται σύμβολο επανάστασης για να καταλήξει το 1970-80 μόδα. Σκεφτείτε ότι επεδίωξε να γίνει διοικητής του Αγίου Όρους ένας άνθρωπος της δημόσιας ζωής, ο Ψυχάρης, ενώ μέχρι τότε γίνονταν διοικητές του αγίου όρους αποτυχημένοι πολιτευτές.». Η Αθωνική πολιτεία γιόρτασε την χιλιετία της τη δεκαετία του ’60. Σε κείνους τους εορτασμούς «ουσιαστικά έκαναν το μνημόσυνό της. Ήταν ελάχιστοι τότε οι μονάχοι, ηλικιωμένοι, αγράμματοι. Σα φύλακες μουσείου. Μετά από 10 χρόνια αναστήθηκαν τα μοναστήρια, μετά από 20 έγιναν πλέον οργανισμοί συγκροτημένοι, τεράστιοι. Μετά από 30 χρόνια γίνονται μνημεία πολιτισμού, με δράση κοινωνική, εκδόσεις…».

Η ανατολή της νέας περιόδου, που φέρνει εκατοντάδες νέους στο Άγιο Όρος, συνδέεται άμεσα με τις κρίσεις που περνά η ελληνική κοινωνία. «Στη δεκαετία του ’70, το Όρος απορρόφησε την κρίση της εκκλησίας, με τη διάλυση των οργανώσεων, της «Ζωής», του «Σωτήρα», με το πείραμα τότε του Ιερωνύμου, οπότε ο ευσεβιστικός χριστιανισμός ήρθε στην εξουσία μέσα από τη δικτατορία. Οι νέοι άνθρωποι που θελαν να ζήσουν ως χριστιανοί τίμιοι, δεν χωρούσαν σε αυτή την Εκκλησία. Οπότε τη δεκαετία του ’70 το όρος επανδρώνεται από την κρίση της εκκλησίας την οποία απορροφά και την οποία διοχετεύει γόνιμα. Στη δεκαετία του 80 επανδρώνεται από την κρίση της αριστεράς, ειδικά μετά την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που ένα κομμάτι της αριστεράς καταστάθηκε, αναγνωρίστηκε και εφθάρη – οπότε ένα άλλο κομμάτι της αριστεράς, έφυγε στο Άγιον όρος. Έχουμε πολλές μαρτυρίες, τα βιβλία του Παπαχρήστου, το λεγόμενο νεορθόδοξο ρεύμα, το χριστιανο-μαξιστικό διάλογο… Αυτά η δεύτερη ακμή, εδραιώνεται πια στη δεκαετία του 90». Όσο μεγαλύτερος ο αριθμός των μοναχών που πάνε στο όρος, που έχει πια μυθοποιηθεί, τόσο μεγαλύτερος κι αυτός όσων εγκαταλείπουν. Κι όσο μεγαλύτερη η κοινωνική κρίση τόσο οι αριθμοί αυξάνονται. «Παίρνει άλλη διάσταση και μες στην κρίση της Εκκλησίας και της κοινωνίας ο μοναχισμός. Το Όρος έλκει νέους ανθρώπους, με όλους τους κινδύνους που υπάρχουν από τον ενθουσιασμό. Γοητεύονται επειδή απογοητεύονται. Γοητεύονται απ΄ το Όρος διότι απογοητεύονται είτε από την εκκλησία είτε από την κοινωνία ή την αριστερά. Όμως, και στο όρος ένα κομμάτι θα απογοητευτεί και θα χρειαστεί να διαχειριστεί αυτή την απογοήτευση. Ή θα φύγει έντιμα, όπως έντιμα πήγε, ή θα μείνει και να δώσει τον αγώνα του». Γιατί η κοινωνική επανένταξή τους είναι τόσο δύσκολη; «Το απωθούμε γιατί δε θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι η κρίση της δικής μας κοινωνίας διώχνει τα μέλη της αυτά. Κι όταν επιστρέφουν τους έχουμε δώσει μια ταυτότητα και δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε την αλλαγή της». Εν κατακλείδι, όπως σημειώνει ανώνυμος ο πρώην μοναχός: «Για να μπορέσεις να φύγεις για μοναχός, πρέπει να συγκρουστείς. Με τους γονείς, τους φίλους, τον περίγυρο. Να υποστείς εκβιασμούς, να νικήσεις τον πόλεμο, να φτύσεις αίμα. Όσο αυτά συμβαίνουν, τόσο πιο ελκυστικό σου φαίνεται το Όρος. Ως που να μπεις στο μοναστήρι οι αγιορείτες σου φαίνονται άγγελοι. Είναι πολύ δύσκολα όταν ανακαλύπτεις ότι είναι άνθρωποι. Είναι η δεύτερη ώρα της κρίσης. Όταν έφυγα, δεν ένοιωθα ότι άφηνα το Όρος αλλά ότι πρόδιδα το Θεό. Αλλά ακόμη και τότε ήξερα, πίστευα ακράδαντα ότι Εκείνος δε με άφησε ούτε θα με αφήσει. Μόνο Αυτόν ένοιωθα κοντά μου όταν γύρισα πίσω, χωρίς δουλειά, χωρίς φίλους, με την οικογένεια να με πολεμάει για δεύτερη φορά. Όσοι γυρίζουμε είμαστε χειρότερα από τους πρόσφυγες που βλέπεις σε καραβάνια στην τηλεόραση. Καμμία κοινωνία και καμία εκκλησία δεν πρόκειται να νοιαστεί για μας».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Έψιλον της Ελευθεροτυπίας.