Δε συνηθίζω να διαφημίζω όσα κάνουμε. Όμως είναι δύο άρθρα, δύο δυνατές στιγμές, από το περσινό ταξίδι μας στις ΗΠΑ τα οποία έγραψα με συγκίνηση και όλη την αγάπη που γεννήθηκε στο δρόμο, ψηλαφώντας γέλια και πληγές.
Στο τελευταίο τεύχος του GEO δημοσιεύεται το πρώτο από αυτά – το άρθρο μας για τη Route 66. Έχει τίτλο Get your Greeks on Route 66 και φώλιασε σε αυτό όλη η τρυφερότητα, η νοσταλγία, η έρευνα και η γιορτή που ήταν τα 2400 μίλια του δρόμου- μητέρα.
Είμαστε τυχεροί που ο Παναγιώτης ο Λιάκος είναι βισινόματος, βλέπει με τα μάτια της καρδιάς του και μας περιμάζεψε μετά την τελευταία οδυνηρή μας εμπειρία από τα “μεγάλα” ονόματα του Τύπου.
Έτσι λένε ένα ωραίο εστιατόριο εντός πολιτιστικού κέντρου των Βασκων στη Βαρκελώνη. Πάει να πει Η Βασκική Εστία. Έτσι συνάντησα το 2008. Στη Βάσκικη Εστία – όχι της Βαρκελώνης, μα την αληθινή. Στη χώρα των Βάσκων, σε αυτή που τη λένε Χωρα των Βάσκων και τη γη της Ναβάρας των Βάσκων και τη γαλλική γη των Βάσκων του Ατλαντικού και των Πυρηναίων. Όλα αυτά ένα κομματάκι γης τόσο δα, δηλαδή.
Παλιό όνειρο. Παλιό όσο τα όνειρα. Και να που, ετούτο το 2008 των σβησμένων φωνών και της αρχαίας σκουριάς στο ξεκίνημά του. Έτσι λοιπόν, με μια επίσκεψη στο lastminute.com για ξενοδοχεία, με easy νοικιασμένο αυτοκίνητο, γεματο ντεπόζιτο και το τζι-πι-ες να έχει τον πρώτο λόγο, αρκει να απέφευγε μεγάλους δρόμους και διόδια, άρχισε η πορεία στο άγνωστο.
Ή, ίσως, το γνωστό και χιλιοαγαπημένο, από όταν έπεσε στα χέρια μου το The Basque History of the World – ναι, η ιστορία μπορεί κάποτε να είναι τρυφερή.
Ομίχλη 37 χιλιόμετρα, αχλή και φως γκριζογάλαζο, ύστερα πάλι ομίχλη των Πυρηναίων, γυμνά δέντρα, χωριά όμορφα, της πέτρας και της γκρίζας πλάκας, όπως τα ξέρω τα βουνίσια, πηγές και ρυάκια, παγος και χιόνι, μικρές κοινότητες και ύστερα σπίτια ερημικά φορτωμένα ιστορία – τους ξέρεις τους τοίχους που δε γέρνουν από την ιστορία, τους θυμάσαι…
Νοσταλγία ψυχής. Χαρμολύπη και μαζί παιδική ματιά καθρέφτη καθρεφτάκι μου τα κορίτσια με τα μαντίλια που λένε τα κάλαντα στους δρόμους του Ιρούν, το αγόρι με το μπερέ που τρέχει μπροστα, πετάει και γελάει, η μπαγκέτα και το βάσκικο κατσικοτύρι στο παγκάκι δίπλα στον ποταμό, ο καφές δίπλα στον Ατλαντικό, η μικρή φωτιά που καίει ήρεμη και σίγουρη πως “αφου ήταν, θα είμαστε και αφού είμαστε, θα είναι”, βάσκε σπαρτιάτη του πίρσινγκ, των public enemy, του παραδοσιακού ταμπούρλου και της αυτονομίας.
Στα βουνά όλοι με τις οικογένειές τους, το χωριό με τους ανθρώπους που μένουν στα σπίτια τα χτισμένα το 12 ον αιώνα, ανάβουν το τζάκι των προγόνων και ο καπνός ο αναθρώσκων μου γαργαλάει τα ρουθούνια – όλοι όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια.
Στο χωριό την πρωτοχρονιά μονάχα μια ψυχή ακόμη πήρε το δρόμο, μηδέν κελσίου αχλύ και ψηλα γυμνά δέντρα, ψηλά λευκά βουνά, λέμε καλημέρα και χρόνια πολλά, όλοι με τις οικογένειές τους εκτός από τους παραβάτες και τους αποστάτες. Να, ο Κώστας στην Αθήνα να χορεύει ως τις επτά το πρωί, ιδρώτας σπονδή σε εφηβεία επιεική που γίνεται σαράντα, εγώ στη Νότια Γαλλία ονειρευόμουν να έχουν δίκηο όσοι λένε πως, ότι κάνεις την πρώτη του έτους κάνεις και όλο το χρόνο — να ταξιδεύω, να με τυλίγει ο κόσμος μες στην υγρή του αγκαλιά, να βλέπω καθαρή τη μικρή φωτιά στα μάτια των παιδιών μου, των αδελφών μου, να έχω παρέα την πιο όμορφη παρέα που μου χάρισε ποτέ η ζωή (ευχαριστώ την!).
Στον Άγιο Σεβαστιανό, τον ατλαντικό μου σύμμαχο, τα πίντσος, το χοιρινό κι ο μηλίτης περιμένουν την άλλη φορά. Την βέβαιη άλλη φορά, γεροί να είμαστε, που θα βρεθούμε στο βασκικό μας σπίτι. Ε, τέτοιες μέρες, γιορτάρες, μονάχα οικογενειακά – εκεί που είναι η καρδιά. Και εκεί.
Χρόνια πολλά, καλή χρονιά, δύο φορές χρόνια πολλά στους εορτάζοντες!
Καθε φορά που πεθυμάμε να φύγουμε και δεν μπορούμε, μαγειρεύω. Παντα μαγειρεύω, μα τότε μαγειρεύω αλλοιώς, αναζητώντας, νοσταλγώντας και σπουδάζοντας εκείνη τη γεύση που ξέρω πως ποτέ δε θα είναι η ίδια μα δίνει αφορμή να ταραχθούν τα ήσυχα νερά από ιστορίες, γέλια, μνήμες. Δε θα είναι η ίδια γιατί όλα είναι αλλοιώς. Το νερό, το τραπέζι, η κουζίνα, το φως, οι άνθρωποι, τα τραγούδια στον αη-ποντ, μεγαλη η χάρη του, τα προγράμματα στην τηλεόραση… Σαν τις σκιές του Πλάτωνα, τα φαγητά που είναι μα δεν είναι βγαίνουν απ’ την κουζίνα μου και το ταξίδι.
Πρώτη φορά, το έπαθα προ δεκαπενταετίας στη Νέα Υόρκη, στη σκιά των διδύμων, μασώντας χοτ ντογκ στο πάρκο, σάντουιτς από το Ντιν και Ντελούκα, κοτόπουλο απ’ το Τζίμυ… Ύστερα με την Ιρλανδία και με την Αίγυπτο. Ξέρω πότε η γεύση μου αυτονομήθηκε, απέκτησε δική της μνήμη, επιθυμίες και γνώμη. Το φαγητό έγινε ένας από τους βασικούς παράγοντες του ταξιδιού.
Ποτέ δεν ταξίδεψα σε ένα τόπο με μόνο σκοπό το φαγητό. Το κανουν δύο φίλοι, πολύ το συζήτησα για χαρη τους, μπας και το αντέξω, μα ακόμη το βρίσκω βαρβαρικό, κάπως πρόστυχο. Δεν θα έπρεπε καν να ονομάζουν ταξίδι τη βία αυτή.
Βέβαια η γεύση έχει το μερτικό της σε κάθε ταξίδι, το φαγητό είναι η σκιά του ταξιδιού, μα το τυφλό ταξίδι για ένα πιάτο αποτελεί απόπειρα εκζήτησης του βάρβαρου και του αρχοντοχωριάτη.
Όχι πως δεν το σχεδιάζω το ταξίδι της γεύσης, μαζί με όλα τα άλλα ταξίδια μες στο ταξίδι. Μελετώ, ανακαλύπτω, κλείνω τραπέζια, αποφασίζω πιάτα. Από τα αστεράκια Μισλεν (μερικά σε τιμές καλύτερες από ελληνική ταβέρνα…) μέχρι το φαγητό του δρόμου. Αρκεί να το σηκώνει η παρέα.
Σε αυτό το τελευταίο, την παρέα, η αδυναμία μου. Στο φαγητό του δρόμου η καρδιά μου. Αυτό είναι η καρδιά των πόλεων, των πολιτισμών, των ανθρώπων. Από τις πόλεις χωρίς φαγητό του δρόμου φεύγω τινάζοντας τη σκόνη απ’ τα παπούτσια μου. Σε όσες έχουν παράδοση, αφήνω ένα κομμάτι καρδιά καλοψημένο. Στην Αμερική, πάλι, ρομαντζάρω, πάει να πει κυνηγάω τα στέκια των ντόπιων, αυτά που ποτέ δεν έγιναν αλυσίδα, αυτά που κρατούν δεκαετίες χάρη σε μια απλή συνταγή, ένα ιδιοφυές τίποτε της παράδοσης των φτωχών, που σε φέρνει ξανά και ξανά στην πόρτα τους.
Οπως, ας πούμε, το Πανκέηκ Πάντρυ, στο Νασβιλ. Κατσαμε στην ουρά ώρες, για να γευτούμε “τα καλύτερα πανκέηκ των ΗΠΑ”, σύμφωνα με το Μάρτιν. Και ήταν τα καλύτερα που έχουμε φάει ποτέ – κάθε που έρχεται Σάββατο των Πανκέηκς τα συζητάμε, τα θυμόμαστε, κάθε που δίνουμε τα μαλλιοκέφαλά μας για αληθινό, πρώτης ποιότητας σιρόπι σφένδαμου χαμογελάμε νοσταλγικάΠοτέ δε θα πετύχω το αέρινο, πανάλαφρο πάνκεηκ της μυστικής συνταγής, αλλά γίνομαι όλο και καλύτερη και ύστερα καρδιά και νους το θυμάται, το έχει πλεγμένο με την ζεστή νότια φιλοξενία του Τενεσί, το αναζητάει στα φιλμάκια του γιουτιουμπ και του υπέροχου καινούριου μου παιγνιδιού, του imcooked.com, γέρνει την κεφαλή και κοινωνεί με όσους μοιράστηκαν την ίδια μικρή χαρά.
Απ’ τις χαρές του ταξιδιού, για μας που έχουμε μπει για τα καλά στην κομμουνιστική οργάνωση των καουτσέρφερς, είναι να βρεθεί οικοδεσπότης λάτρης του φαγητού. Όπως η φίλη Ελένη που μας περίμενε στη Βαλτιμόρη. Αχ, η Βαλτιμόρη! η όμορφη, η παραξενη και η πεντανόστιμη Βαλτιμόρη! Οου Μπάλτιμορ…
Φτασαμε σπίτι της Τρίτη – one dolla’ crab Tuesday στο Islander Inn, καμμια ωρίτσα έξω από τη Βαλτιμόρη, όπου και γιορτάσαμε το ευτυχές γεγονός της συνάντησής μας. Ίσα που ακουμπήσαμε τις βαλίτσες. Μας φόρτωσαν στο αμάξι τους και φύγαμε, να προλάβουμε γιατί το μαγαζί είναι οικογενειακό και δε σηκώνει νυχτέρια μεσοβδόμαδο.
Τρεις τεσσερις δωδεκάδες καβούρια, μπύρα με την κανάτα, σφυράκι ξύλινο και χοντρό μαχαίρι για το σπάσιμο του κελύφους, γελαστή μεσήλικη γκαρσόνα, άκομψη και ντόμπρα, αμερικάνικο ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, καρώ τραπεζομάντηλο και κουβάς για τα αποφάγια, υπέροχη ιεροτελεστία ποτισμένη ένα μείγμα μπαχαριών εξαιρετικό, αυτό το μείγμα των μπαχαρικών που είναι η Βαλτιμόρη.
Μετά, για παγωτό στο καλύτερο παγωτατζίδικο της πόλης. Ηταν αργα, έκλεινε, πήραμε τα παγωτά μας (μπατερσκωτς αξέχαστο) και καθήσαμε έξω, σε ένα πάγκο, και συζητούσαμε για ταξίδια, καουτσερφερς, φαγητό, τη Μπίλυ, την ιστορία των μαύρων του Μέριλαντ ενώ περνούσαν τα πρεζόνια και παρακαλούσαν να τους δώσουμε κανα ντάιμ γιατί δεν έχουν το εισιτήριο να πάνε στην Καρδίτσα-γιου-ες-οβ-έι, ενώ φωνάζανε οι σειρήνες των μπάτσων, ενώ η πόλη σκοτείνιαζε και όλο λιγόστευαν τα φώτα.
Την άλλη μέρα γυρίσαμε τα μουσεία – εμείς οι αφροαμερικάνοι με τη Μπίλυ στην καρδιά. Και ύστερα, η καουτσέρφερ Ελένη μας, άθεος συνδικαλιστρια λευκή και κάτοικος αυτού που ήταν καποτε το γκέτο και τωρα είναι τρεντυ, “αλλα εμεις δεν ξέραμε ότι θα έρθουν τα στελέχη όταν αγοράσαμε το σπίτι”, ξεσηκώθηκε και μας πήγε στην αγορά, στη Λεξιγκτον, την παλιότερη αγορά στις ΗΠΑ, να δοκιμάσουμε “την αληθινή γεύση της Βαλτιμόρης”, την ώρα που οι εργαζόμενοι – άσπρα και μπλε κολάρα ενωμένα- κάνουν το διάλειμμα για φαγητό και έβλεπες τι προτιμούν, που κάνουν τις ουρές, τι διαλέγουν.
Το μείγμα μπαχαριών του κάβουρα, όπως και αν τον μαγειρέψουν, το λένε Old Bay. Πριν φύγουμε, περάσαμε από το σούπερ μάρκετ. Συμβουλή της καινούριας φιλενάδας – στα αχνιστά καβούρια, στα κραμπκέηκς – που λατρεύω και τιμώ όποτε μπορώ- στα μύδια, παντού “αν θες να έχουν τη γεύση του κόλπου του Τσεζαπηκ βαλε δυο κουταλιες της σουπας για καθε παουντ”.
Πηραμε και μπέργκερ κούκυζ, μια ντουζίνα για το δρόμο. Αποχαιρετιστήκαμε στο σπίτι της, που το ήξερα πριν πάω – το είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο για τη Μπίλυ.
Χτες, έφτιαξα κραμπκέηκς της Βαλτιμόρης – όχι της Λουιζιάνας, άλλα αυτά, θυμάσαι, ε;- όπως τα διηγείται η παράδοση. “Αυτή είναι η συνταγή, έτσι φτιάχνουμε κραμπκέηκς στα σπίτια μας”. Εμοιαζαν λίγο με του Φέντλι – ήμουν τυχερή και βρηκα τζαμπο λαμπ καβούρι, βλέπεις. Λιγο, έμοιαζαν λίγο. Σκιές του Πλάτωνα. Αρκούσαν. Μας ταξίδεψαν, με μια σταγόνα ταρταρ περήφανα να ανοίγει δρόμο.
μισό κιλό καβούρι, κρέας καθαρό, σε μεγάλα κομμάτια – μπλε καβουρι κατα προτίμηση, αλλα όλα τα χοντροκομμενα καβουροκρεατα κανουν
δυό γεμάτες κουταλιές μαγιονέζα
μια κουταλια μετρια καυτερή ή απαλή μουσταρδα
δύο ως τεσσερις κουταλιές Old Bay - δηλαδή μειγμα από πιπερι ασπρο, κόκκινο και μαυρο, τζιντζερ, δαφνόφυλλα, μουσταρδα σκόνη, μοσχοκάρυδο, γαρύφαλλο, πάπρικα και καρδαμο
ένα αυγό
μισό ματσακι μαϊντανό ψιλοκομμένο
δυο φετες ψωμί του τοστ, μονο η μέση, ψιλοκομμένες ή δέκα κρακεράκια μικρά και αλμυρά
Ανακατεύουμε πολύ καλά όλα τα υλικά, εκτός από το καβουροκρέας και τη μία κουταλιά από το μείγμα μπαχαρικών. Προσθέτουμε το καβουροκρέας και ανακατεύουμε πολύ απαλά, έτσι που να γίνεται ένα το μείγμα, αλλά να μη σπάει σε μικρα κομμάτια το καβούρι, κατα το δυνατόν. Πρεπει, όταν κανουμε την κροκέτα να φαίνονται κομμάτια του καβουριού. Αφήνουμε μισή ωρίτσα (και παραπάνω…) στο ψυγείο, να δέσουν οι γεύσεις και μετά βαζουμε στα χερια μας λιγο από το μείγμα των μπαχαρικών και πλάθουμε μεγάλους στρογγυλούς κεφτέδες. Τους παταμε πανω – κατω, να γινουν σα βαρελάκια, και τηγανίζουμε σε βούτυρο ήπειρος (μη μας μαυρίσει!) ώσπου να πάρουν χρώμα καστανό κι από τις δύο πλευρές. Αν το βουτυρο μας τρομάζει, ή τρομάζει το γιατρό μας, ψήνουμε στο γκριλ, πέντε λεπτά από κάθε πλευρά (αλλα ποτέ δε θα είναι το ίδιο – όπως είπε και ο σεφ Ντιντιέ, το μυστικό της ζωής είναι το βούτυρο).
Σερβίρουμε με δύο σαλτσες – ταρτάρ και τσίλι ντομάτα- σε καλή παρέα.
Το πρώτο coast to coast τελείωσε και όσα προλάβαμε να πούμε θα τα βρείτε εδώ.
Στον ίδιο ιστότοπο, www.worldbeat.gr/drachmabums , θα συνεχίσουμε να προσθέτουμε ό,τι χωράει απ’ το δρόμο μας που τώρα και για μεγάλο κομμάτι ταυτίζεται με αυτόν του Jack Kerouac, πενήντα χρόνια μετά την έκδοση του On The Road.
Σας περιμένουμε για παρέα!
Υ.Γ Εντωμεταξύ το παρόν μαγαζί θα παραμείνει κλειστό λόγω διακοπών.